«Λέξεις» του Βασίλη Αναστασίου

Πάνε δυο χρόνια από την τελευταία φορά που σε είδα. Περπατούσαμε δίπλα δίπλα μέσα στην απαλή φθινοπωρινή νυχτιά. Εγώ κρατούσα την βαλίτσα σου κι εσύ κρατούσες μια μπλε ομπρέλα που ήταν αρκετά μεγάλη για να κρατάει και τους δύο μας στεγνούς. Ήταν χαράματα γύρω στις τέσσερις και πηγαίναμε στον σταθμό να πάρεις το πρώτο τραίνο. Σε ήξερα τόσο λίγο, μόνο μερικές νύχτες πρόλαβα να περάσω μαζί σου. Από τότε μόνο τα γράμματά σου ήταν η μόνη μου επαφή με τον κόσμο και τους ανθρώπους. Όμως τους τελευταίους τρεις μήνες  κι αυτή η λιγοστή επαφή χάθηκε, αφού κανένα γράμμα δεν έφτασε ποτέ στα χέρια μου.
Θυμάσαι που είχα πει πως θα ‘ρθω να σε βρω; Μόνο αυτό σκέφτομαι τα τελευταία βράδια. Και νομίζω πως το έχω πάρει απόφαση. Θα κάνω επιτέλους αυτό το ταξίδι που σου είχα υποσχεθεί, αυτό το ταξίδι που τόσες φορές είχα ματαιώσει. Έτσι και αλλιώς ποτέ δεν ταξίδεψα στην ζωή μου, παρά μονάχα με το μυαλό και με τα όνειρα.
Πριν καιρό ξενοίκιασα το σπίτι, πούλησα όλα τα έπιπλα και από την άλλη εβδομάδα μπαίνει ο καινούργιος αγοραστής. Κράτησα μονάχα ένα στρώμα, μια καρέκλα και το παλιό γραφείο. Στον τοίχο είναι η μικρή βαλίτσα μου με όλα τα λιγοστά απαραίτητα που θα μου χρειαστούν. Άραγε τι καιρό να κάνει εκεί που βρίσκεσαι; Πού να γυρνάς; Γιατί δεν μου γράφεις πια; Αυτές είναι οι σκέψεις που μου κρατάνε συντροφιά τον τελευταίο καιρό. Εδώ πάντως είναι καλοκαίρι και η ζέστη τις μέρες είναι αφόρητη, μόνο τα βράδια καμιά φορά έρχεται ένα δροσερό αεράκι να δροσίσει τον ιδρώτα που κυλάει στο μέτωπο καθώς κοιμόμαστε και μας αφήνει να ονειρευόμαστε πιο όμορφα και πιο ευχάριστα. Αν και εγώ έχω σταματήσει να κάνω όνειρα εδώ και καιρό. Δεν ξέρω γιατί αλλά αρνιούνται επίμονα να με επισκεφτούν.
Όποτε σε σκέφτομαι, δηλαδή συνέχεια, στον νου μου έρχεται εκείνη η εικόνα που με κοιτάς μέσα από το θαμπό τζάμι στο έρημο βαγόνι σου. Ο σταθμός είναι σχεδόν άδειος και εγώ στέκομαι κάτω από την ομπρέλα που μου χάρισες για να με προστατεύει από την βροχή που άρχισε να δυναμώνει. Το τραίνο σφυρίζει τελευταία φορά, κάποιος ξεχασμένος επιβάτης προλαβαίνει να ανέβει πριν κλείσουν οι πόρτες και αργά αργά ξεκινάει το μεγάλο του ταξίδι. Βάζεις το χέρι σου πάνω στο τζάμι να με χαιρετήσεις κι εγώ με την σειρά μου σε χαιρετάω. Συνεχίζεις να με κοιτάς μέχρι τελικά να χαθεί η μορφή σου. Μένω για λίγη ώρα ακίνητος δίχως να καταλαβαίνω, δίχως να θέλω να καταλάβω. Κατεβάζω την ομπρέλα και αφήνω την βροχή να πέσει πάνω μου και να με συνεφέρει. Και μετά σιωπή, σιωπή παντού. Γυρίζω σπίτι και γυρίζω στην παλιά μου ζωή.
Εκείνη η νύχτα μου μοιάζει τόσο κοντινή, τόσο φρέσκια στο μυαλό μου που νομίζω πως δεν έχει περάσει τόσος καιρός από τότε που σε ‘χασα. Όμως το άδειο σπίτι κάθε φορά δεν ξεχνάει να μου το θυμίσει, πόσο μάλλον τώρα που έχει αδειάσει εντελώς. Καμιά φορά νομίζω πως οι τοίχοι στενεύουν, το ταβάνι χαμηλώνει, το δωμάτιο αρχίζει και μικραίνει και εγώ στην μέση περιμένω να έρθουν τα ντουβάρια να με σφίξουν και να με λιώσουν. Τόσο καιρό σε αυτήν την φυλακή δεν ξέρω πως άντεξα και δεν τρελάθηκα. Τόσο καιρό κλεισμένος στην δική μου οικεία απομόνωση. Δίχως λέξεις, δίχως χρώματα και δίχως μουσικές. Κάθε μέρα εδώ, κάθε βράδυ εδώ να τριγυρνάω σαν υπνωτισμένο θηρίο που το έχουν ηρεμήσει για να κάθεται φρόνιμο και υπάκουο στις διαταγές του εκπαιδευτή. Ούτε εγώ θυμάμαι πόσα χρόνια έμεινα εδώ πέρα. Έχουν σβηστεί πια απ’ την μνήμη μου, έχουν γίνει σκιές και σημάδια πάνω στο κορμί μου και δεν φεύγουν με τίποτα.
Τώρα όμως αυτό το σπίτι θα μείνει μακρινή και θολή ανάμνηση στο πίσω μέρος, στην σκοτεινή αποθήκη του μυαλού μου. Αύριο ξεκινάω και έρχομαι να σε βρώ. Όμως πριν φύγω είχα χρέος στον εαυτό μου να κάνω κάτι, κάτι που ίσως θα μπορούσε να με λυτρώσει, εμένα και όλα αυτά τα άγονα χρόνια που χάθηκαν. Δεν φοβάμαι πια τις μέρες, ούτε τους αιώνες, ούτε τους ξένους δρόμους που ξέρω πως πάλι θα χαθώ μέσα τους.
Το πρωί ντύθηκα ελαφρά και βγήκα έξω να περπατήσω κάτω από τον καυτό ήλιο. Η ζέστη έκανε τα μάτια μου να δακρύζουν. Σταμάτησα έξω από ένα κατάστημα που πουλούσε μπογιές. Μπήκα μέσα κα αγόρασα δύο μεγάλους κουβάδες μαύρου χρώματος και δύο πινέλα, ένα μικρό και ένα πιο μεγάλο. Πλήρωσα στο ταμείο και βγήκα έξω να πάρω τον δρόμο της επιστροφής. Οι κουβάδες ήταν αρκετά βαρείς και ο ήλιος με έκανε να κουραστώ ακόμα πιο γρήγορα. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από κόσμο, ήθελα να τους ακολουθήσω να μάθω που πήγαιναν, να τους μιλήσω, μα μόλις τους πλησίαζα τους φοβόμουνα όπως φοβόντουσαν κι αυτοί εμένα. Μετά από λίγη ώρα περπάτημα έφτασα ξανά στο σπίτι. Ήμουν ιδρωμένος, άφησα κάτω τις σακούλες με τους κουβάδες και τα πινέλα και πέταξα κάτω το ιδρωμένο μου πουκάμισο. Περπάτησα και στάθηκα στην μέση του δωματίου. Κοίταζα τους λευκούς τοίχους τις απειλητικές γωνίες και το ταβάνι.
Στα αυτιά μου άρχισε να ακούγεται μια φωνή, μια φωνή που έβγαινε από αυτούς εδώ τους τοίχους. Γύρισα το βλέμμα μου χαμηλά και είδα την βαλίτσα. Χαμογέλασα και ένιωσα την ανάγκη να απαντήσω στις φωνές, με έναν τρόπο όμως ξεχωριστό, με τον δικό μου τρόπο. Ανοίγω τους κουβάδες και πιάνω ένα πινέλο. Κρατάω στα χέρια μου μία καλά οπλισμένη και επικίνδυνη βόμβα και είμαι έτοιμος να βάλω φωτιά σε όλο εκείνο το άθλιο διαμέρισμα που τόλμησε να με φυλακίσει. Μα πιο πολύ θέλω να βάλω φωτιά σε μένα, να καώ και να ξαναγεννηθώ μέσα από τις σκορπισμένες στάχτες μου.
Η πρώτη φωτιά είναι κι η πρώτη λέξη. Ακολουθεί και δεύτερη, και τρίτη. Λέξεις μεθυσμένες, λέξεις ιερές, λέξεις ξεχασμένες, επικίνδυνες, γεμάτες αγάπη, γεμάτες μίσος γεμάτες απόγνωση, γεμάτες από ταξίδια, από χρώματα, από αισθήσεις και από μυρωδιές. Κάποιες από αυτές αρχίζουν να κινούνται. Παίρνουν περίεργα σχήματα, μπαίνει η μία μέσα στην άλλη. Φεύγουν από την θέση τους κάνουν κύκλους και αρχίζουν να χορεύουν. Αρχίζουν να γίνονται φράσεις από μόνες τους και ύστερα γίνονται προτάσεις. Γίνονται ποιήματα και σκληρά μανιφέστα. Συνεχίζω να γράφω και στον άλλο τοίχο, και στον άλλο. Τώρα στο πάτωμα μα πάλι δεν μου φτάνει. Ανεβαίνω στην σκάλα και βάφω το ταβάνι. Έχω τόσες λέξεις ακόμη να γράψω.
Η μία λέξη πάνω στην άλλη. Η μία λέξη τρώει την άλλη. Οι φράσεις και τα νοήματα αλλάζουν καθώς οι λέξεις σβήνονται. Ο τοίχος έχει αρχίζει να μαυρίζει, μα εγώ συνεχίζω να γράφω καινούργιες λέξεις. Ο ήλιος έχει αρχίσει να δύει κι εγώ συνεχίζω. Καινούργιες λέξεις έρχονται όλο στο μυαλό μου. Τώρα πια δεν φαίνεται τίποτα. Οι τοίχοι, το ταβάνι και το πάτωμα έχουν μαυρίσει και δύσκολα μπορεί κανείς να ξεχωρίσει κάποια λέξη.
Τώρα αυτοί οι τοίχοι κουβαλάνε την δική μου ιστορία. Όσες λέξεις δεν μπόρεσα ποτέ μου να πω τόσα χρόνια βρίσκονται μέσα σε τούτο το δωμάτιο. Ανοίγω το παράθυρο να φύγουν, να πετάξουν μακριά πάνω στην πλάτη του άνεμου μέσα στην ζεστή καλοκαιρινά νυχτιά. Να κάνουν παρέα στους μοναχικούς, στους ξεχασμένους, στους τρελούς και τους φυλακισμένους. Να γυρίσουνε όλη την πλάση και αν ποτέ θελήσουν να επιστρέψουν πίσω.
Το βλέμμα μου πέφτει στην βαλίτσα. Έχει ξημερώσει. Χαμογελάω. Αυτή τη φορά το είχα πιστέψει πως θα τα κατάφερνα να φύγω για να ‘ρθω να σε βρω, όμως πάλι με πήρε ο ύπνος. Συγνώμη…
Advertisements
This entry was posted in Βασιλης Αναστασιου, Πεζογραφια and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s