Του Βασίλη Αναστασίου

Ακόμη δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος ήταν ο λόγος που βρισκόμουνα σε εκείνο το νοσοκομείο, ξημερώματα κάποιας παγωμένης και άγνωστης φθινοπωρινής μέρας. Ποια ήταν εκείνη η αιτία που με έκανε να μεταφέρω μια άγνωστη, ξένη γυναίκα, που βρήκα παρατημένη στην άκρη του δρόμου, δίχως να μου μιλάει, δίχως να με κοιτάει. Την πήρα στα χέρια μου την έβαλα στο αμάξι και την έφερα μέχρι εδώ
Από μικρό παιδί είχα να μπω σε νοσοκομείο. Δεν άντεχα με τίποτα εκείνο το λευκό, αποστειρωμένο περιβάλλον με τις μυρωδιές που σου προκαλούν λιποθυμίες και τους ήχους από τα καροτσάκια και τα τσόκαρα των βιαστικών νοσοκόμων. Στον διάδρομο που βρίσκομαι είμαι μόνος, καθισμένος σε ένα γαλάζιο πλαστικό άβολο κάθισμα και όλα είναι ήσυχα. Κάθε λίγο από μπροστά μου περνάνε διάφοροι γιατροί και νοσοκόμοι που εκτελούν την νυχτερινή τους βάρδια. Ήταν το πιο κοντινό νοσοκομείο της περιοχής και για καλή μου τύχη απόψε εφημέρευε.
Έχουν περάσει κοντά στις δύο ώρες από τότε που την έφερα. Τα χέρια μου ήταν γεμάτα με αίμα. Ο γιατρός μου είπε πως δεν έπρεπε να την κουβαλήσω αλλά να φωνάξω κάποιο ασθενοφόρο για να τη μεταφέρει. Εγώ δικαιολογήθηκα λέγοντας πως δεν είχα πάνω μου κάποιο τηλέφωνο και πως τα πάντα τέτοια ώρα ήταν κλειστά. Μετά δεν τον ξανάδα. Κλείστηκε στο χειρουργείο. Εγώ έμεινα απ’ έξω να περιμένω και να προσπαθώ να διώξω τις σκέψεις που μου έλεγαν πως δεν έπρεπε να ανακατευτώ σε αυτή την ιστορία. Ενώ η απαίσια εκείνη μυρωδιά συνέχιζε να με ζαλίζει.
Για λίγα δευτερόλεπτα με πήρε ο ύπνος. Είδα ένα όνειρο γεμάτο με εικόνες. Εικόνες που πρώτη φορά έβλεπα. Που όταν ξύπνησα  δεν καταλάβαινα πως τις φαντάστηκα. Μου πήρε μια στιγμή να καταλάβω που βρισκόμουν. Τέντωσα τα χέρια και σηκώθηκα όρθιος. Η μυρωδιά πια δεν με ενοχλούσε. Σηκώθηκα και περπάτησα ως την άκρη του διαδρόμου, κατέβηκα τις σκάλες και έριξα μια ματιά στον άλλο όροφο. Ήταν ακριβώς ίδιος με τον από πάνω, βυθισμένος σε μια σιωπή που τσάκιζε τα νεύρα. Κατέβηκα στο ισόγειο που ήταν το κυλικείο. Σε ένα τραπεζάκι καθόντουσαν δυο νοσοκόμες χοντρές που κάπνιζαν και μιλούσαν ψιθυριστά. Κάθισα στο μπαρ και παρήγγειλα σε έναν ηλικιωμένο άντρα ένα καφέ σκέτο. Ρώτησα αν επιτρέπεται το κάπνισμα και εκείνος μου έγνεψε καταφατικά χωρίς να με κοιτάει. Ήπια δυο γουλιές και κάπνισα λίγο από το τσιγάρο. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ρόλο ακριβώς έπαιζα. Σκέφτηκα να τελειώσω την τραγική μου παράσταση και να φύγω, αλλά ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ευθύνης με κρατούσε εκεί. Ανέβηκα ξανά πάνω στην θέση μου να περιμένω.
Ο διάδρομος με τα γυαλισμένα τετράγωνα πλακάκια μού έμοιαζε ατελείωτος. Κάθε δωμάτιο είχε να διηγηθεί και την δικιά του μοναδική ιστορία. Σκεφτόμουν πως κάποτε ίσως κι εγώ να γίνω μια μικρή ασήμαντη ιστορία στους τοίχους κάποιου τέτοιου δωματίου και με έπιανε ανατριχίλα. Πως κάποτε θα κοιτάω κι εγώ για ώρες όπως τόσοι άλλοι τις λευκές γωνίες ενός κρύου δωματίου περιμένοντας για κάτι που ποτέ δεν θα έρχεται. Τελικά όσο κι αν έχεις συμβιβαστεί με την ιδέα του θανάτου, σε κάτι τέτοια μέρη όλες οι σκέψεις και τα όνειρα μοιάζουν τόσο εύθραυστα  όσο ένας άνθρωπος στα χέρια κάποιου άλλου ανθρώπου. Σε κάτι τέτοια μέρη καταλαβαίνεις πως στην πραγματικότητα δεν είσαι παρά ένας ακροβάτης που χορεύει δίχως αίσθηση στην άγρια ράχη του διαβόλου.
Μετά από λίγη ώρα η πόρτα του χειρουργείου άνοιξε και βγήκε ο γιατρός με την συνοδεία μιας νοσοκόμας που με προσπέρασε κοιτάζοντας προς το μέρος μου με την άκρη των ματιών της. Σηκώθηκα όρθιος γεμάτος αγωνία έτοιμος να ακούσω τα πιο ευχάριστα αλλά και τα πιο δυσάρεστα. Ο γιατρός εμφανώς ταλαιπωρημένος με πλησίασε με αργά βήματα προσπαθώντας να βγάλει την μάσκα από το πρόσωπό του.
–       Είστε συγγενής; με ρώτησε
–       Μάλιστα, είπα χωρίς να καταλάβω ποια ηλίθια σκέψη με έκανε να απαντήσω έτσι λέγοντας ένα τέτοιο ψέμα
–       Στενός; Ρώτησε ξανά
–       Μάλιστα, είπα εγώ συνεχίζοντας το άθλιο ψέμα μου.
Έκανε έναν περίεργο μορφασμό που γέμισε το πρόσωπό του με ρυτίδες. Ανοιγόκλησε το στόμα του δυο τρεις φορές χωρίς να πει λέξη κάνοντας έναν περίεργο θόρυβο με τα χείλη του που είχαν κολλήσει. Έβγαλε από την μύτη του έναν βαρύ αναστεναγμό και βάζοντας το χέρι του στον ώμο μου είπε.
–       Κάναμε ότι μπορέσαμε, από εδώ και στο εξής ότι πει ο θεός.
Ποτέ δεν φανταζόμουν πως στα αλήθεια οι γιατροί λεν αυτή την φράση. Πάντα την άκουγα στις ταινίες αλλά ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα την άκουγα και στην πραγματικότητα.
–       Μπορείτε να την δείτε για λίγη ώρα. Βρίσκεται στην εντατική. Μετά θα σας παρακαλέσω να περάσετε από το γραφείο μου για κάποιες διαδικαστικές ερωτήσεις
Πριν προλάβω να καταλάβω τι μου έλεγε ο γιατρός, μια νοσοκόμα με έπιασε από το μπράτσο και με οδήγησε σε ένα δωμάτιο. Ήταν μια κοντούλα, μεγάλης ηλικίας κυρία. Με ρώτησε αν είμαι καλά και εγώ της απάντησα πως ήμουν εντάξει. Άνοιξε την πόρτα και με το χέρι της μου έδειξε που έπρεπε να πάω, μετά χαμήλωσε το κεφάλι και έφυγε κλείνοντας την πόρτα.
Το δωμάτιο ήταν αρκετά σκοτεινό, μόνο ένα μικρό φως φώτιζε από μια γωνία. Στο βάθος φαινόταν ένα κρεβάτι και δίπλα μια ξύλινη καρέκλα από αυτές που υπήρχαν στα παλιά καφενεία. Στον τοίχο δεν υπήρχε παράθυρο μόνο μια εικόνα της παναγίας που κρατούσε στην αγκαλιά της το βρέφος. Πλησίασα με ήσυχα βήματα την άκρη του κρεβατιού. Πάνω στο κρεβάτι κοιμόταν ήσυχα μια γυναίκα. Ήταν η ίδια γυναίκα που είχα φέρει εδώ πριν από μερικές ώρες. Μα το πρόσωπό της ήταν εντελώς διαφορετικό. Την είχαν καθαρίσει από τα αίματα και από την σκόνη και της είχαν φορέσει μια άσπρη φόρμα. Τα μαλλιά της ήταν μακριά και κατάμαυρα και άδικα προσπαθούσαν να κρύψουν τα σημάδια του χρόνου και του πόνου από το μέτωπό της. Ήταν στα αλήθεια πολύ όμορφη. Στην μύτη της υπήρχαν δύο σωληνάκια που ενώνονταν με ένα περίεργο ηλεκτρονικό μηχάνημα και στα χέρια της υπήρχαν κάτι άλλα σωληνάκια που ενώνονταν με έναν ορό. Ήταν καλυμμένη κάτω από μια κουβέρτα και έδειχνε τόσο ήρεμη σαν να κοιμόταν μετά από μια κουραστική μέρα.
Τράβηξα προσεκτικά την καρέκλα να μην κάνω θόρυβο και κάθισα κοντά της. Σκέφτηκα πως κάτι έπρεπε να πω όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις μα εγώ ούτε το όνομά της δεν γνώριζα και επιπλέον δεν είμαι καλός σε τέτοιου είδους καταστάσεις. Έπιασα το χέρι της και έμεινα εκεί να το κρατάω. Φαντάστηκα για λίγο έτσι όπως στα όνειρα  πως καθόμασταν σε ένα ξύλινο παγκάκι οι δυο μας, ξημερώματα μιας φθινοπωρινής μέρας όπως αυτής που ξημερώνει. Της κρατούσα πάλι το χέρι και βλέπαμε μπροστά μας τον ποταμό ήρεμο με τα γαλαζοπράσινα νερά του. Μιλούσαμε συνέχεια για πράγματα που πρόκειται να κάνουμε. Πλάι μας πέφτανε κόκκινα τα μαραμένα φύλλα από τα δέντρα ενώ από πίσω μας περνούσαν οι πρωινοί ποδηλάτες.
– Πως μπορεί να σε λένε;
Έψαξα δεκάδες ονόματα μα κανένα δεν ταίριαζε με κείνη. Προσπάθησα να φανταστώ την ζωή της, τους τρόπους της και να δώσω χρώμα στα μάτια της μα δεν μπορούσα να τα καταφέρω. Σίγουρα θα έχει όμορφα μάτια. Πάνω κάτω πρέπει να έχει την ίδια ηλικία με την δική μου, αν κι εγώ φαίνομαι πολύ μεγαλύτερος. Σηκώθηκα από την καρέκλα και πλησίασα το πρόσωπό της. Μπόρεσα να ακούσω την ανάσα της. Έδωσα ένα φιλί στο ζεστό της μάγουλο. Ήξερα πως δεν θα την ξανάβλεπα ότι και να γινόταν.
–       Σε αγαπάω, ελπίζω να τα καταφέρεις, είπα
Βάδισα αργά ως την πόρτα. Γύρισα και έμεινα να την κοιτάζω ξανά. Σήκωσα δειλά το χέρι και άφησα έναν χαιρετισμό για καληνύχτα. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα στον διάδρομο. Η ίδια ησυχία παντού. Πέρασα έξω από το γραφείο του γιατρού και με προσεκτικές κινήσεις να μην με δει κανένας βγήκα έξω από το κτίριο. Έτσι και αλλιώς δεν χρειαζόταν να με δει ο γιατρός. Θα βρουν την λύση μόνοι τους. Κατάφερα να θυμηθώ που είχα αφήσει το αμάξι και τράβηξα προς τα εκεί. Οδήγησα προς το σπίτι.
Ο ουρανός ήταν ακόμη σκοτεινός και η μέρα αργούσε να ξημερώσει. Οι δρόμοι ήταν σχεδόν έρημοι. Μετά από αρκετή ώρα έφτασα. Μπήκα μέσα άνοιξα τα φώτα και είδα πως η ώρα ήταν έξι και μισή. Ίσα ίσα που προλάβαινα να φτιάξω ένα καφέ πριν φύγω ξανά για την δουλειά μου.
Advertisements
This entry was posted in Βασιλης Αναστασιου, Πεζογραφια. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s