Στο τμήμα

Πάντων κτημάτων κράτιστον φίλος σαφής και αγαθός
ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Το λοιπόν υπήρξαν εποχές δύσκολες, η πιάτσα είχε στεγνώσει, η τσέπες άδειες και οι άκρες όλες κάνανε τουμπεκί λόγω του ότι να πούμε οι μπασκίνες το γυρίσανε στο άγριο. Έτσι με πήρε η μπάλα και του λόγου μου και είχα κάνα δίμηνο στο άδειο.
Μια Τετάρτη, χαρμάνης κι άφραγκος όπως θα έλεγε και ο Παυλάρας , τραβάω βράδυ για το μπαράκι του Σπυράκου μιας και γνώριζα ότι το παιδί ήταν εντάξει και στα δύσκολα σκόνταρε κι αράζω στη μπάρα δίπλα σε δύο γυναικάκια μπάνικα και πρώτης. Του λέω του Σπυράκου να φέρει το γνωστό, ανταλλάσσουμε και πέντε έξι λόγια κι έπειτα παραδίνομαι ο μόνος στο χαρμανηλίκι μου και στις βαθιές μου σκέψεις. Μη σε πολύ σκοτίζω οι ώρες πέρασαν στο έτσι, τα μπάνικα δε δίνανε τάλαρο μέχρι που την κάνανε, ο κόσμος αραίωσε και τα τσιγάρα σώθηκαν ώσπου ξεμείναμε στο χαμαιτυπείο ο Σπύρος, εγώ κι άλλος ένας μόνος στην απέναντι γωνιά του μπαρ. Εγώ, λόγω του ότι να πούμε δεν είμαι της πάρλας και του διπλωματικού δεν είχα σκοπό να ανοίξω παρτίδες, μα ο τύπος – αυτός ο μόνος – παίρνει το λόγο και μου κερνά το ξύδι, «εγώ πλερώνω» λέει, «έτσι για να σμίξουνε τα μόνα μας». Αντίρρηξη δεν είχα και πλησίασα να μη φανώ κι αχάριστος. Εξ αρχής κάναμε κουβέντα και σχόλιο για εκείνα τα δύο μπάνικα που σας έλεγα και μου ξηγήθηκε ο τύπος ότι πολύ την έκανε χάζι τη μία μα εκείνη ούτε για σάλιο. Μιλήσαμε πολύ και ήπιαμε ακόμη περισσότερο μέχρι που ο τυπάς μου κάνει λόγω για τα μαστουριλίκια του και τις πρόβες του με το πράμα. Στην αρχή, καθ’ ότι επιφυλακτικός, το έπαιζα παρθένα και ανήξερος μα κι αυτός με πήρε γραμμή και γέλασε και με παρότρυνε να χαλαρώσω. Δεν έβλεπα κάτι το ύποπτο και το μεμπτόν κι έτσι τα είπαμε όλα. Του είπα για τα ζοριλίκια μου και τις εμπειρίες μου τόσα χρόνια στη φτιάξη, μου είπε για τα ντέρτια του και για τους δαίμονες του μέχρι που τον εγουστάρισα τον έτσι σαν να τον γνώριζα από χρόνια. Καθώς τα λέγαμε λοιπόν και όλα ήτανε όμορφα και καλά φτάνει το κουβεντολόι στο επίμαχο, όπως αποδείχθηκε, σημείο. Τι επαγγέλλεσαι, τον ερωτώ και τραβώ μια τζούρα απ’ το ποτήρι. «Χωροφύλαξ» μου απαντά «της δίωξης» και το αίμα μου παγώνει. Χίλιες σκέψεις περάσανε μάγκες απ’ το ξερό μου εκείνη την ώρα και μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας. Να ήταν άραγες καρφωτή, να ήτανε παγίδα, να ήτανε το μαύρο το χιούμορ της τύχης; Καθώς σκεφτόμουν όλα ετούτα, ο τύπος παίρνει χαμπάρι την αγωνία μου και κάνει να με καθησυχάσει. «Ηρέμησε» μου λέει «καταλαβαίνω, μα από εμένα δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα, της πιάτσας είμαι κι εγώ και το μπατσιλίκι λόγω βιοποριστικού να πούμε». Έτσι είπε ο φιλαράκος και μου έσκασε κι ένα χαμόγελο όλο πειθώ και με το λάου, λάου με κάλμαρε.
«Λοιπόν» μου λέει «μιας και ασχολείσαι με το αντικείμενο έχω να σου κάνω μία πρόταση πονηρή», ρίχτω του λέω και το έριξε. «Θα σου φέρνω εγώ το πράμα από τις μπάζες, εσύ θα το σπρώχνεις και μισά, μισά». Το σκέφτηκα ολίγον τι και πέστε με ανόητο πέστε με θύμα από τα λίγα, το συμφώνησα. Ο τύπος μου εξήγησε με το νι και με το σίγμα όλο το σχέδιο και τις παραμέτρους κι εγώ τον άκουσα όλο προσοχή και αφοσίωση. Την επόμένη κανονίσαμε συνάντηση να τα πούμε εκ νέου και νηφάλιοι και σχεδόν άμεσα, λόγω αφραγκίας και στεγνού να πούμε, το μεγάλο κόλπο άρχισε να ρολάρει. Πέντε χρονάκια έφτιαχνα παρτίδες με τον τύπο και η κονόμα μου ήτανε άψογη. Κονόμησα αυτοκινητάκι μπάνικο, έβαλα μπρος δάνειο για διαμερισματάκι του κουτιού και στη πιάτσα έφτιαξα πρόσωπο, ξανοίχτηκα. Βέβαια τα τόσα φράγκα θα ήταν πρόβλημα και κάπως θα ‘πρεπε να τα δικαιολογήσω, έτσι το οργανώσαμε με το δικό μου, τον μπάτσο ντε, και άνοιξα κατάστημα βιβλιοπωλείο, για βιτρίνα που λένε. Ο μηχανισμός λειτουργούσε στην εν τέλεια και τα πράγματα πηγαίνανε απ’ το καλό στο καλύτερο μα όπως λέει και το άσμα, κάθε τι ωραίο τελειώνει με πόνο.
Μιαν ωραία βραδινή Παρασκευή, που γίνουνταν συνήθως τα κονέ, με παίρνει στο τηλέφωνο και μου λέει « πάρε το πράμα που σου ‘δοκα και σε μια ώρα να είσαι επί της Ομονοίας», «που κοντά;» του κάνω, «στην αρχή» μου απαντά. Έτσι και έγινε, έφτασα και λίγο πιο νωρίς να κόψω κίνηση και σε λίγο κοζάρω ένα μπατσικό να αραδιάζεται εμπρός μου, κάνω τον αδιάφορο μα σε λίγο βλέπω ότι στο τιμόνι δεν είναι άλλος από το φιλαράκο μου με τη στολή του, τα γαλόνια του και όλα τα πρέποντα σε έναν φύλακα της τάξεως. «Τι κάνεις ρε;» του λέω «έμπα και κάτσε πίσω» «ρε είσαι παλαβός, έχω ενάμισο κιλό στη τσάντα» «μπες μέσα» μου κάνει και μου γνέφει «ξεκάρφωμα», ξεκάρφωμα σκέφτομαι κι εγώ με το κοντό μου το μυαλό και σαλτάρω στο όχημα. «Που πάμε;» «θα δεις, δε γινότανε αλλιώς, έχω καλή άκρη και δεν παίρνει αναβολή» ξαναπείτε με ανόητο, ξαναπείτε με θύμα, τα λόγια του και ο τρόπος που είχε να σε πείθει με ηρεμήσανε και άρχισα να σκέφτομαι τι σόι άκρη ήταν αυτή. Λίγα μέτρα πιο πάνω ήτανε το τμήμα, η φωλιά της σφήγκας να πούμε και όσο κοντεύαμε κάτι σαν να ‘νοιωθα ότι δεν πήγαινε καλά και ο τύπος ανάβει το φλας και παρκάρει εμπρός του φυλακίου. «Τι έγινε» του λέω, δε μιλάει, αρχίζω να σφίγγομαι, « τι είναι αυτά ρε, τι κάνουμε εδώ;».μετά από λίγο το παίρνει απόφαση και μου σκάει το παραμύθι. «Δυο χρονάκια θα κάνεις, ούτε μέρα παραπάνω», αυτά είπε και μου έκοψε τα ήπατα.
Το λοιπόν μετά κάνα δίμηνο σαν ήρθε να με δει στη στενή, ο φίλος κατά τα άλλα ο μπάτσος, μου τα ξέρασε όλα χαρτί και καλαμάρι. Του τάξανε προαγωγή καλή να πούμε εάν με παρέδιδε δεμένο, εμένα τον μεγαλέμπορα και ότι κουράστηκε το άγχος και τη βρομιά και το ‘θελε να καθαρίσει το συντομότερο. Ποιόν εμένα, που του ξηγήθηκα σπαθί και του ‘βγαλα κονόμες που ούτε στα πιο τρελά του όνειρα. Παρ’ όλα αυτά σε ένα του λόγο ήτανε εντάξει, δυο χρονάκια είπε, δυο χρονάκια την ‘φχαριστήθηκα τη ψειρού, ούτε μέρα παραπάνω. Επίσης είχε ξηγηθεί στους από μέσα να με προσέχουνε και έτσι γλίτωσα τα ζοριλίκια και τα στριμώγματα.
Σαν βγήκα έμαθα πως τον εμεταθέσανε στη πρωτεύουσα και ότι τον πάνε για ψηλά, ποιόν, αυτόν που για μια πενταετία και βάλε έφτιαχνε τα γούστα ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.

Advertisements
This entry was posted in Βασιλης Ευφροσυνιδης, Πεζογραφια, Σπιτι στην Καμαρα. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s