Στάση-Του Βασίλη Αναστασίου

Τα χέρια μου κρεμόντουσαν από το τιμόνι του αμαξιού. Κάθε φορά που τα κοιτάω νομίζω πως βλέπω τα χέρια του πατέρα μου. Φταίει που ακόμη φοράω το παλιό του ρολόι και που ακόμη οδηγώ το παλιό αμάξι του. Κοιτάζω πλάι μου και νομίζω πως βλέπω μια γυναίκα να κοιτάει γελαστή τον δρόμο. Κρατάει στα χέρια της δυο κουλούρια και δυο χυμούς. Στα πίσω καθίσματα δυο πιτσιρικάδες μου κλείνουν το μάτι. Φοράν κοντά παντελονάκια, είναι μαυρισμένοι από τον ήλιο και όλο ρωτάνε πότε θα φτάσουμε. Κλείνουν τα μάτια τους ακουμπισμένα στο δροσερό τζάμι. Στο ραδιόφωνο τα αθλητικά. Άσπρες γραμμές να φεύγουν. Διόδια. Ο ιδρώτας που κατεβαίνει από τον λαιμό. Στάσεις. Η μοναξιά του Χόπερ. Τα χαμένα γράμματα. Στο ραδιόφωνο Μπράμς. Ταξίδια στην άκρη της νύχτας. Βραδιές σε ξενοδοχεία. Το βλέμμα της μητέρας. Ωράρια εργασίας. Το παγωτό που λιώνει πάνω στο χέρι. Κανένας δεν σταματάει.
Απόγευμα στην εθνική οδό. Κατάφερα να βρω ένα άνοιγμα να σταματήσω για λίγο. Η μπόρα ήρθε ξαφνικά και οι δεξιότητες μου στην οδήγηση δεν μου επιτρέπουν να ρισκάρω. Βγάζω την ζώνη και γέρνω το σώμα μου μπροστά να αγκαλιάσω το τιμόνι και να ξεμουδιάσει λίγο το σώμα μου. Οι γυαλοκαθαριστήρες συνεχίζουν να δουλεύουν. Σβήνω την μηχανή και τους αφήνω να ξεκουραστούν. Δίπλα μου από την μια περνούν τα αμάξια σέρνοντας έναν τρομακτικό θόρυβο μες την βροχερή άσφαλτο. Από την άλλη πλευρά απέραντα χωράφια, ακαλλιέργητα ρουφάνε την βροχή μέχρι να μπουχτίσουν και να πνιγούν. Στο βάθος βουνά, γυμνά και κρυωμένα. Το θυμάμαι αυτό το μέρος αν και δεν έχω βρεθεί εδώ ξανά. Όσο θυμάμαι πάντως.
Κάποιες φορές νομίζω πως κάνω συνεχώς γύρους, περιμένοντας να μου τελειώσουν τα καύσιμα. Έχω την αίσθηση πως είμαι παγιδευμένος σε κάποια ταινία. Σε μία ταινία του δρόμου. Γνωρίζω τις ατάκες, ξέρω που να πάω και πώς να υποδυθώ, το μόνο που δεν ξέρω είναι ποιόν υποδύομαι. Ένας ατέλειωτος αυτοσχεδιασμός του εαυτού. Είναι μια βαρετή κακογυρισμένη ταινία. Κι όμως, δεν μπορώ με τίποτα να βγω από τα πλάνα της.
Τεντώνω τα χέρια κοιτάζω την ώρα. Σίγουρα δεν προλαβαίνω. Βρίσκομαι στην καρδιά της καταιγίδας και όπως φαίνεται θα μείνω για ώρα ακόμη. Η υγρασία μου υπενθυμίζει με μια δυνατή σουβλιά στο πόδι κάποιες παλιές πληγές που πάντα θα υπάρχουν να τις θυμάμαι. Κάνω το κάθισμα λίγο πίσω και ξαπλώνω πάνω του. Ο ήχος της βροχής πάνω στην λαμαρίνα και στα τζάμια μου μοιάζει μαγικός. Πάντα από παιδί μου άρεσε να κοιμάμαι και η βροχή να με νανουρίζει. Γέρνω το κεφάλι προς το πλάι. Στο τζάμι το νερό φεύγει κάνοντας μικρά δρομάκια προς τα κάτω που στο πέρασμά τους αρπάζουν τις μικρές σταγόνες κάνοντάς τες δικό τους σώμα. Ανοίγω το ραδιόφωνο. Ψάχνω για συχνότητα, αλλά πουθενά δεν υπάρχει σήμα. Ψάχνω για παλιές κασέτες. Βρίσκω δύο τρεις σκονισμένες του πατέρα μου. Βάζω τυχαία μία. Είναι από εκείνα τα παλιά τα κανταδόρικα, τα αγαπημένα του. Της μιας δραχμής τα γιασεμιά. Προλαβαίνω να το ακούσω, μα στο επόμενο τραγούδι το κασετόφωνο κολλάει και πετάει την κασέτα έξω.
Αστράφτει και όλα φαίνονται κάτασπρα, σαν κάποιο φλας από μια κρυφή φωτογραφική κάμερα που θέλει να κρατήσει για πάντα αυτό το βροχινό τοπίο στην μνήμη της. Μετράω από μέσα μου και σε τρία δευτερόλεπτα ακούγεται ο τρομακτικός, επιβλητικός θόρυβος της βροντής που πάντα πιστή έρχεται πίσω από την λάμψη της αστραπής. Πρέπει να προλάβω μα φοβάμαι. Ξέρω πως δεν μπορώ να περάσω μέσα από τον κυκλώνα. Θα με παρασύρουνε τα κύματα. Ο καπετάνιος θα κόψει αλυσίδα και το πλοίο θα μείνει στα χέρια των ναυτών*. Ανοίγω λίγο το παράθυρο. Μικρές σταγόνες καταφέρνουν να περάσουν και να πέσουν με δύναμη πάνω στο πρόσωπό μου. Ανασαίνω και μυρίζω το βρεγμένο χώμα. Είναι μια μυρωδιά που έχει μείνει από τότε, από πάντα. Ο ήχος από τα βρεγμένα λάστιχα πάνω στην βρεγμένη άσφαλτο, η νταλίκα, τα χιλιόμετρα, το σκισμένο δερμάτινο κάθισμα, φιλιά στις πίσω θέσεις.
Τα μάτια ανοίγουνε ξανά. Τα πόδια μου είναι παγωμένα. Γύρω μου παντού σκοτάδι. Ο ήχος της βροχής πάνω στην λαμαρίνα συνεχίζεται αμείωτος. Τα τζάμια πίσω από την θολούρα τους κρύβουνε την νύχτα. Με το μανίκι μου φτιάχνω ένα μικρό φινιστρίνι. Φέρνω κοντά το κεφάλι. τα φώτα από τα αμάξια περνάνε από δίπλα μου δίχως να μου δίνουν σημασία. Έχουν περάσει λίγα λεπτά. Δεν ξεχνιούνται οι παλιές συνήθειες φαίνεται.
Η ανάσα φεύγει βαριά με δυσκολία να κολλήσει πάνω στο τζάμι. Τα χέρια μου στρίβουν αργά το κλειδί. Η μηχανή μουγκρίζει. Οι γυαλοκαθαριστήρες ξεκινούν να πετάν το νερό δεξιά και αριστερά. Ο κόσμος μικραίνει. Γίνεται μια παλιά ξύλινη ντουλάπα. Την ανοίγω και είναι άδεια. Μόνο δυο τρεις ξεχασμένοι σκόροι πετάνε προς τα έξω. Ο κόσμος μικραίνει. Τώρα τον βλέπω σαν μια μικρή τελεία που σβήνει και αυτή. Ο κόσμος βρωμάει και σαπίζει σαν ζώο πατημένο πάνω στον δρόμο με τα έντερα από έξω. Με το δεξί μου χέρι τραβάω πάνω από τον αριστερό μου ώμο την ζώνη και την κλειδώνω στην θήκη της δίπλα από το χειρόφρενο. Ο κόσμος είναι πίσω και μπροστά μου. Εγώ ανάμεσα. Η γη δεν είναι πια στρόγγυλή. Έχει γίνει επίπεδη. Κουράστηκε πια να γυρνάει γύρω από τον ήλιο. Έμεινε εκεί για πάντα, εμποδίζοντας την κυκλοφορία. Τώρα έχει αρχή και τέλος. Θα πάω να βρω που ακριβώς τελειώνει. Θα σταθώ πάνω από τον πιο μεγάλο γκρεμό. Με τα χέρια ανοιχτά θα πέσω. Στο κενό. Ίσως με τα χρόνια προσγειωθώ σε κάποιον άγνωστο πλανήτη. Βρέχει ακόμα μα τώρα δεν με νοιάζει. Πρέπει να βρω αυτό το μέρος γρήγορα. Δίχως καθυστερήσεις. Και αν δεν μπορώ να οδηγήσω, τότε καβαλάω ένα σύννεφο. Αλλιώς πάω και με τα πόδια.
Advertisements
This entry was posted in Πεζογραφια and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s