Η καρέκλα σου έμεινε άδεια… – του Κυριάκου Αναστασίου

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι… Μου έριξε ένα κουβά θαλασσινό νερό το πρωί καθώς κοιμόμουν και με ξύπνησε. Βγήκα έξω, κάθισα στη λευκή σιδερένια καρέκλα του κήπου και άφησα τις ακτίνες του ήλιου να κάνουν την δουλειά που αυτές ξέρουν πάνω στο σώμα  μου καθώς  έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να θυμηθώ πώς ξεκίνησαν όλα αυτά. Στην αρχή δυσκολευόμουν, άλλωστε η αρχή λένε οι συγγραφείς είναι και η πιο δύσκολη, αν σκεφτείς μια καλή αρχή όλα τα άλλα φανερώνονται μπροστά σου αρκεί να κατεβάσεις με το χέρι σου το κλαδί του θάμνου που βρίσκεται μπροστά.
Και ναι! Μετά από λίγα λεπτά θυμήθηκα πώς αρχίσαμε. Ήμασταν τριών ή τεσσάρων χρονών και καθόμασταν ήσυχα-ήσυχα  στη μακριά μπάρα του αγαπημένου σου καφέ και πίναμε ανέμελοι το ναρκωτικό μας. Ήταν καλής ποιότητας και έτσι δεν κάναμε παράπονα. Τα λέγαμε εκεί για ώρες ώσπου ξαφνικά κάτι σου ήρθε και ήθελες να φύγεις. Δεν έφερα αντίρρηση, πληρώσαμε και φύγαμε. Αυτή ήταν η πρώτη μου ανάμνηση από εσένα. Μετά από αυτό το περιστατικό μου ήρθανε στο νου χιλιάδες άλλα, δεν τα έβαζα όμως στη σωστή σειρά . Καμιά φορά να φανταστείς από τη τρομερή ένταση μπέρδευα τις ιστορίες μεταξύ τους, έχανα τις ηλικίες μας, άλλαζα τα τοπωνύμια  και χίλια δυο άλλα λάθη. Αλλά σημασία έχει πως θυμόμουν.
Η τελευταία που θυμήθηκα ήταν εκείνη που όταν τη λέγαμε ξεραινόμασταν στα γέλια. Τότε που καθόμασταν όλοι στο σπίτι και ξαφνικά τα λουλούδια της βεράντας μεγάλωναν και μεγάλωναν, μέχρι που στο τέλος μεγάλωσαν τόσο που έπνιξαν τη γειτόνισσα που έτρεχε ουρλιάζοντας για να προστατέψει τα παιδιά της, εκείνα περιέργως πώς την γλύτωσαν. Τί γέλια ρίξαμε τότε…
Άνοιξα τα μάτια μου και σηκώθηκα. Η καρέκλα μου είχε αφήσει ένα σημάδι στη πλάτη που με ενοχλούσε και το νερό είχε ξεραθεί πάνω μου, όμως το αλάτι παρέμενε και προκαλούσε μια γλυκιά φαγούρα, την οποία δεν εκτόνωνα. Έτσι από μαζοχισμό.
Στη συνέχεια ντύθηκα και πήγα ως το φούρνο. Το ψωμί είχε τελειώσει μου είπε μια χοντρή κυρία, που το πρόσωπό της είχε ίχνη από αλεύρι. Δεν στεναχωρήθηκα στάλα μιας και η βόλτα ως το φούρνο ήταν μόνο μια αφορμή μήπως και σε δω. Επέστρεψα σπίτι και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ. Δυστυχώς δε τα κατάφερα, αλλά μπόρεσα και μέτρησα τρεις χιλιάδες προβατάκια που ξεπηδούσαν δεξιά και αριστερά προσπαθώντας να αποφύγουν κάποιον λύκο με γερασμένα και σαπισμένα δόντια που με το ζόρι μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Στο τέλος τα πρόβατα απογοητευμένα που δεν είχαν κάποιον άξιο θηρευτή να τα κυνηγήσει, άρχισαν να τρώγονται μεταξύ τους. Μάλιστα το μίσος τους ήταν τέτοιο, που ο κακόμοιρος λύκος φοβήθηκε τόσο που κρύφτηκε πίσω από κάτι πανάκριβα κρυσταλλένια ποτήρια και κοιτούσε την αλλαγή που όλο άκουγε πως θα έρθει αλλά τελικά ήρθε και εκείνος δεν είχε πάρει είδηση. Έντερα ξεσκισμένα, κόκαλα σπασμένα, προβιές παραπεταμένες, βελάσματα ελέους… Κόλαση…
Εν συνεχεία και αφού δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω, είπα να περάσω από το σπίτι σου να σε δω. Η διαδρομή ήταν  γνωστή και πάντα ευχάριστη. Αν και μένεις κομμάτι μακριά, έχω συνηθίσει και τα πόδια μου δεν πονάνε παρά τα χρόνια που πλέον με βαραίνουνε και τους κατεστραμμένους, από τους φανατικούς μου φίλους ,αστραγάλους. Πρώτα όμως πέρασα από το μαγαζάκι με τις αυτοσχέδιες βόμβες και πήρα μερικές, για να μην έρθω έτσι με άδεια χέρια. Το προτιμούσαμε αυτό το μαγαζάκι, θυμάσαι; Είχε πάντα καλά προϊόντα, βιολογικά και κυρίως σε καλές τιμές, γνωριζόμασταν και με τον Θανάση που το είχε και έτσι ήμασταν συχνοί πελάτες. Φεύγοντας μάλιστα από το μαγαζί, ο καλοσυνάτος φίλος μας Θανάσης, μου ευχήθηκε και καλό βόλι. Τον ευχαρίστησα και έφυγα με τη σιγουριά πως η ευχή του θα πραγματοποιούνταν άμεσα είτε από εμένα είτε από κάποιον άλλον.
Φτάνοντας στο στενάκι όπου ήταν το σπίτι σου, είδα απέξω μαζεμένο πολύ κόσμο. Ήταν κάμερες, φώτα, συνεργεία, αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι, κλόουν, φακίρηδες με καρφιά, λιοντάρια με θηριοδαμαστές, κουλτουριάρηδες λογοτέχνες της τσιχλόφουσκας, ηθοποιοί, δικηγόροι, πολιτικοί, αθλητές που κάνανε ζέσταμα πριν μπούνε αλλαγή, τραγουδιστές που τραγουδούσανε σε κάποια σκόρπια πηγαδάκια στις γωνίες τις τελευταίες τους επιτυχίες του μπρούτζινου δίσκου τους και χίλιοι δυο άλλοι, που όταν τους βλέπαμε νοιώθαμε τέτοια αναγούλα που με το ζόρι κρατιόμασταν να μην ξεράσουμε στα μούτρα τους.
Δε σου το κρύβω πως μόλις τους είδα όλους αυτούς τους κακομοίρηδες ανησύχησα και το λιγοστό μυαλό μου σκέφθηκε πως κάτι κακό θα είχε συμβεί ή στη χειρότερη των περιπτώσεων κάτι κακό θα είχες κάνει. Πλησίασα με τρόπο πιο κοντά και αφού έβαλα με προσοχή το χέρι μου στη μαύρη σακούλα με τις φρεσκότατες βόμβες( έτσι καλού-κακού ,για σιγουριά) ρώτησα με αδιάφορο ύφος τον πρώτο μπάτσο που βρήκα μπροστά μου τί τρέχει. Μου απάντησε πως δέχθηκαν ανώνυμο τηλεφώνημα για κάποιον τύπο που από το πρωί άρχισε να πετάει από το παράθυρό του αυτιά, μετά συνέχιζε με δάχτυλα και αυτή τη στιγμή πετούσε μαυρισμένα και σαπισμένα πνευμόνια που είχανε μείνει πάνω τους ίχνη από χιλιάδες τσιγάρα. Συνεχίζοντας μου είπε πως δεν ήτανε φάρσα και έτσι ήρθε ολόκληρη αστυνομική δύναμη μαζί με αντιτρομοκρατική ομάδα προκειμένου να συλληφθεί ή στη καλύτερη περίπτωση να δολοφονηθεί ο ψυχασθενής του 3ου, όπως μου τον ονόμασε.
Αφού μου είπε ότι είχε να μου πει, έφυγε και σίγουρα θα ένοιωσε κάποιος. Δεν κατάλαβε όμως ότι πρόσεξα το ταμπελάκι από τη τιμή της στολής που φορούσε  και έτσι κατάλαβα αμέσως πως δεν ήταν γνήσιος μπάτσος, αλλά κάποιος παλιός μου συμμαθητής που απέτυχε να γίνει αυτό που ήθελαν οι γονείς του και έτσι την έβρισκε παριστάνοντας το καρναβάλι.
Παρόλα αυτά όμως, είδα πως όσα μου είπε ήταν αλήθεια μιας και ο σωρός από αυτιά, δάχτυλα και καρκινιασμένα πνευμόνια έστεκε περήφανος στη μέση του δρόμου και μάλιστα εκείνη τη στιγμή εμπλουτίζονταν και από νέα ευρήματα. Σειρά είχαν πάρει τώρα γαλάζια μάτια. Καθώς τα έβλεπα να φεύγουν από το παράθυρο του 3ου , ομολογώ πως στάθηκα 1-2  λεπτά και τα χάζευα. Ήσουν πραγματικός καλλιτέχνης σκέφτηκα, πώς σου ήρθε να το κάνεις όλο αυτό; Καθώς περνούσε το φως του ηλίου πίσω από τις γαλάζιες κόρες σε συνδυασμό με το γκριζοκόκκινο καυσαέριο δημιουργούσε ένα καταπληκτικό θέαμα που αντάξιο του θα είχε δει μόνο ο Λάζαρος λίγο πριν την ανάστασή του.
Όσο για το αίμα που υπήρχε στο δρόμο, αυτό ήταν άλλο πρόβλημα. Δεν ήταν ωραίο θέαμα και πέρα από το ότι ήταν ακατάλληλο οι σκηνοθέτες των συνεργείων διαμαρτύρονταν γιατί λέει, έκανε αντίθεση με τη μαύρη άσφαλτο και δεν έγραφε καλά. Μην έχοντας λοιπόν άλλη λύση οι υπεύθυνοι φέρανε ηλεκτρικές σκούπες και κάποιες αλλοδαπές καθαρίστριες ώστε να μαζέψουν τα αίματα. Το θέαμα ήταν εξαίσιο. Μαύρα και κίτρινα χέρια με σκούπες καθάριζαν τα αίματα της ασφάλτου ενώ αυθόρμητα από τη δύναμη της συνήθεις έβγαιναν δειλά-δειλά από τα γυναικεία στόματα τραγούδια σε γλώσσες άγνωστες. Ολόκληρο πανηγύρι άρχισε να στήνεται σιγά-σιγά καθώς μετά τα τραγούδια, γύρω από το σωρό των οργάνων άρχισαν να έρχονται μικροπωλητές με διάφορα φυλαχτά και κομποσκοίνια, ενώ δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή  τους και  οι γνωστές καντίνες με τη τσίκνα τους δίπλα ακριβώς από τους ανάπηρους που αν και δεν είχαν στον ήλιο μοίρα μπορούσαν άνετα σε 5 λεπτά να βρίσκονται από τη μια άκρη της πόλης στην άλλη. Επειδή όμως το όλο θέμα άρχισε να παίρνει διαστάσεις πανηγυριού, ο υπεύθυνος της τήρησης της τάξεως θεώρησε σκοπιμότερο να θέσει ένα τέλος σε όλα αυτά με το τυχαίο θάνατο κάποιας καθαρίστριας από την Μαλαισία, που στην ηλικία των 7 είχε γνωρίσει τον έρωτα από κάποιον Εγγλέζο ταξιδευτή στα πλαίσια συμφωνίας που είχε συνάψει ο πατέρας της για να μπορέσει να προμηθευτεί φαγητά που θα έφταναν για ένα μήνα. Έτσι και ίντριγκα δημιούργησε και μυστήριο με τον τρόπο της δολοφονίας της. Εφτά μαχαιριές στη πλάτη και τρεις στη κοιλιακή χώρα μπροστά στα μάτια χιλιάδων περαστικών δεν είναι και εύκολο πράγμα. Μάλιστα το πιο δύσκολο είναι να παραμείνει άγνωστη η ταυτότητα του δράστη.
Δεν έχασα καιρό, με τρόπο μπήκα στην οικοδομή από τη πόρτα του φωταγωγού, η οποία αν και φρουρούταν από κάποιον λαδοπόντικα μπάτσο ( original αυτή τη φορά), τον λάδωσα με ένα περιοδικό πορνό και μάλιστα χάρηκε τόσο που καθώς άνοιγε τη πόρτα, την είδε και πορτιέρης, αν δε κάνω λάθος πρέπει να του ξέφυγε και ένα: «καλά να περάσετε».
Οι όροφοι είχαν αδειάσει και έτσι ανέβηκα σχεδόν αβίαστα μέχρι το διαμέρισμά σου, όπου περιέργως πώς ήταν αφύλαχτο. Σου φώναξα για να μου ανοίξεις, με το συνθηματικό μας  και έτσι έκανες. Όταν σε είδα ήσουν κάπως ταραγμένος, αλλά ήσουν ακόμα εκεί και αυτό ήταν που είχε σημασία. Δε θέλησα να σε ρωτήσω τίποτα. Άλλωστε το θεώρησα ηλίθιο και θα ήταν ακόμα πιο ηλίθιο να περιμένω να βρεις μια δικαιολογία. Το μόνο που έκανα ήταν να σε φιλήσω και να σου πω ότι μου έλειψες και θα μου λείπεις. Δεν έδειξες ιδιαίτερη χαρά, ούτε και ξαφνιάστηκες καθόλου. Όμως συμφώνησες μαζί μου ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα και πως το καλοκαίρι που πέρασε μας ρούφηξε τα νιάτα. Ακόμη μου είπες πως δεν θα πρέπει να στεναχωριέμαι και η απόσταση δεν ήταν ποτέ μεγάλη από εμάς αλλά μόνο από τους Θεούς. Εν συνεχεία σου έδωσα και τη σακούλα με τα δώρα που σου πήρα και έδειξες μια χαρά ενώ επιπλέον μου παρήγγειλες και χαιρετισμούς στον Θανάση. Δεν θέλησα να καθίσω περισσότερο και από ότι είδα ούτε και εσύ θα το ήθελες, ντράπηκα που κανένα μου τραγούδι δεν ταίριαζε στη περίσταση και έφυγα έτσι, αφού πρώτα αγκαλιαστήκαμε και σου είπα σ΄αγαπώ.
Κλείνοντας τη πόρτα πίσω μου, σε άκουσα να αναρωτιέσαι: « Σαμουήλ δεν το λέγαν τον τράγο;». Ομολογώ πως εκείνη τη στιγμή, θες γιατί ήμουν ταραγμένος, θέλεις γιατί δε στροφάρω γρήγορα, δεν κατάλαβα τί έλεγες            . Απλώς αντανακλαστικά έγνεψα το κεφάλι. Μόλις βγήκα όμως στο δρόμο και έκανα δέκα βήματα, άκουσα μια έκρηξη πολύ δυνατή. Δεν έδωσα σημασία. Άλλωστε και οι δυο ξέραμε πως οι ευχές του Θανάση πιάνανε πάντα τόπο. Χαμογέλασα σαρδόνια συνέχισα να προχωράω σκεφτόμενος για το πού θα βρω ανοιχτό φούρνο τέτοια ώρα.
Για καλή μου τύχη δυο στενά παρακάτω βρήκα ένα φούρνο όπου για καλή μου τύχη είχε δυο φραντζόλες, τις τελευταίες όπως μου είπε ο φούρναρης. Τις πλήρωσα και καθώς έφυγα του είπα : « Σαμουήλ τον λέγαν».
Συνέχισα το δρόμο για το σπίτι μου και καθώς προχωρούσα σκεφτόμουν πως όλα τα πήρε το καλοκαίρι αλλά και το σημάδι στη πλάτη μου από τη καρέκλα που ακόμη με πονούσε…

Advertisements
This entry was posted in Κυριάκος Αναστασίου, Κυριακος Αναστασιου, Πεζογραφια and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s