Ωδή στο «νεο μυθιστόρημα» – του Κυριάκου Αναστασίου

Τίποτα δεν ήταν όπως παλιά. Το πατρικό του σπίτι είχε μετατραπεί σε μια πανέμορφη για τα μάτια των εργολάβων οικοδομή, με μεγάλη χρησιμότητα από όλες τις πλευρές. Τεράστιο χώρο παρκινγκ, χωρούσε διπλάσιο αριθμό αυτοκινήτων από το συνολικό αριθμό των διαμερισμάτων. Μια χαοτική αυλή με παιδική χαρά για τα ανήλικα μέλη των ενοίκων  ενώ στο πίσω μέρος είχε και πισίνα ώστε να δροσίζονται οι ευκατάστατοι κύριοι τις ζεστές ημέρες του θέρους.
Παρόλα αυτά εκείνος δεν αποφάσιζε να φύγει από το διαμέρισμά του. Το πήρε ως αντιπαροχή, προσφέροντας το μικρό οικοπεδάκι του, στο οποίο βρισκόταν το προαναφερθέν πατρικό σπίτι του. Το πατρικό του… Το σκεφτόταν κυρίως τα απογεύματα καθισμένος στο μπαλκόνι του. Ήταν ένα μικρό τριαράκι. Με κεραμίδι στη σκεπή και χαμηλοτάβανο. Τα δωμάτιά του ήταν τόσο μικρά που με το ζόρι χωρούσαν ένας καναπές και δυο καρέκλες στο καθένα, όσο για κρεβάτι ούτε λόγος να γίνεται. Το πιο όμορφο και ζεστό μέρος ήταν η κουζίνα του η οποία αν και δεν είχε κάτι το πρωτότυπο, με το που έμπαινες σε κέρδιζε με τη γλυκιά ατμόσφαιρα και τα ζεστά της χρώματα.
Δεξιά από την πόρτα, καθώς έμπαινες, βρισκόταν μια σειρά από βαζάκια με μπαχαρικά τα οποία είχαν το καθένα διαφορετικό χρώμα και ίσως να μην ήταν γεμάτα όλα τους. Πρέπει να ήταν γύρω στα δεκαπέντε, αλλά ήταν τοποθετημένα με τέτοιο τρόπο που με μια πρώτη ματιά τα έβλεπες τουλάχιστον είκοσι. Το πρώτο ήταν μπροστά από δυο τα οποία είχαν πιο σκούρο χρώμα από αυτό, ενώ πίσω από αυτά τα δυο ακολουθούσαν άλλα τρια με χρώμα πιο ανοιχτό από τα δεύτερα. Ακολούθως πίσω από τα τρίτα βρισκόταν η τέταρτη σειρά η οποία είχε  τέσσερα βάζα, το χρώμα των τεσσάρων βάζων της τέταρτης σειράς ήταν πιο σκούρο από τα βάζα της τρίτης και της πρώτης σειράς αλλά ένα τόνο πιο ανοιχτό από τα βάζα της δεύτερης σειράς. Τέλος στη πέμπτη σειρά βρισκόταν  έξι βάζα με ακόμη πιο περίεργο τόνο χρώματος. Ήταν πολύ πιο ανοιχτόχρωμα από τα βάζα της πρώτης και της τρίτης σειράς αλλά δεν μπορούσες να ξεκαθαρίσεις αν είχαν και μια ιδέα παρόμοιου χρώματος στις άκρες τους από τα βάζα της δεύτερης και τρίτης σειράς.
Ακόμη από τη κουζίνα θυμόταν το μικρό πήλινο μάγειρα, που κρατούσε μια τεράστια κουτάλα στο δεξί του χέρι και μια πιρούνα στο αριστερό του, είχε ένα τεράστιο χαμόγελο και φορούσε στο κεφάλι του ένα κόκκινο σκούφο, μάλιστα πολλοί όταν τον βλέπανε πρώτη φορά πίστευαν πως πρόκειται για τον Άγιο Βασίλη ή κάποιο κακέκτυπό του. Αλλά μετά από λίγα δευτερόλεπτα παρατήρησης αμέσως αντιλαμβάνονταν το λάθος τους και άλλαζε η αρχική τους γνώμη.Τον μικρό αυτόν μάγειρα τον είχε φέρει ο πατέρας του από ένα ταξίδι που είχε κάνει στη πρωτεύουσα. Βέβαια μαζί με αυτό είχε φέρει και αρκετά άλλα πράγματα, αλλά αυτός ο μάγειρας του είχε μείνει έντονα στο νου. Ούτε και ο ίδιος ήξερε γιατί, ίσως τα χρώματά του, ίσως εκείνο το κατάμαυρο μουστάκι που είχε και όσο πήγαινε με τον καιρό ξεβαφόταν θαρρείς και γερνούσε, ίσως η κύρια θέση που κατείχε μέσα στο χώρο ή τίποτα από όλα αυτά. Όταν ξαναφέρνει στο νου του εκείνη την εποχή σπάει το κεφάλι του να βρει τί απέγινε τελικά εκείνος ο πήλινος μάγειρας, αλλά δεν τα καταφέρνει. Μήπως έσπασε, μήπως τον έχει πουθενά παραπεταμένο σε κανένα πατάρι, μήπως τον πήρε η θεία του που τον είχε βάλει στο μάτι από παλιά…Δεν μπορεί να βρει απάντηση και έτσι νοιώθει πως έχει κατά κάποιο τρόπο προδώσει τον πατέρα του, ο οποίος τον αγαπούσε όσο τίποτα άλλο και του το έδειχνε με τη πρώτη ευκαιρία.

Ο πατέρας του ήταν άνθρωπος ήρεμος και αυτό που λένε ¨ σοβαρός οικογενειάρχης¨, σπάνια να δημιουργούταν κάποιο πρόβλημα στο σπίτι εξαιτίας του. Μια φορά μόνο, ένα βράδυ κάποιου παγωμένου Γενάρη είχε χτυπήσει η πόρτα το ξημέρωμα και όλο το σπίτι αναστατώθηκε, μόνο αυτός δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι. Άνοιξε τα φοβισμένα του μάτια και έβγαλε απλώς το κεφάλι του από το πάπλωμα να ακούσει καλύτερα τί συμβαίνει. Είδε το φως του μικρού χολ να ανοίγει και να περνάει λίγο από αυτό κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας του δωματίου του, έπειτα άκουσε τα βαριά βήματα του πατέρα του να κατευθύνονται στην εξώπορτα και να την ανοίγει. Έτσι περπατούσε πάντα ο πατέρας του, βαριά. Δεν έφταιγε το ότι είχε μόλις σηκωθεί από το κρεβάτι. Πάντα, όσο τον θυμόταν έτσι περπατούσε βαριά αλλά σταθερά, άσχετα με το τί παπούτσια φορούσε, δεν έπαιζε ρόλο αυτό. Ο διασκελισμός του ήταν σχετικά μικρός αλλά κατά έναν ανεξήγητο τρόπο το περπάτημά του ήταν γρήγορο, πολλές φορές του έδινε την εντύπωση πως το πόδι που ακολουθούσε το πόδι που προπορευόταν  θα το κλωτσούσε με δύναμη, αλλά πάντα έπεφτε έξω. Είχε ένα ιδιότυπο τρόπο βαδίσματος, μάλιστα όταν ήταν πιο μικρός προσπαθούσε να τον μιμηθεί αλλά με αποτυχία, δεν μπορούσε να το κάνει με τίποτα. Κάθε φορά που πήγαινε να κάνει κάτι τέτοιο ή κλωτσούσε τα πόδια του ή δεν μπορούσε να περπατήσει καθόλου γιατί μπερδευόταν, συνήθως οι πρόβες του ήταν αργές και προσπαθούσε πιο πολύ να αγγίξει το ρυθμό μήπως και έτσι καταφέρει να πάρει λίγο από την αίγλη του πατέρα του αλλά μάταιος κόπος, όσο και να προσπαθούσε δεν τα κατάφερνε.
Έτσι αποφάσισε να αποκτήσει ένα δικό του τρόπο βαδίσματος ενώ θέλησε να αποκτήσει και διαφορετικό τρόπο τρεξίματος από τους υπολοίπους. Στο τομέα του βαδίσματος τα είχε πάει πάρα πολύ καλά, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα κατάφερε να περπατάει με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούσες να μην το προσέξεις, μάλιστα οι γονείς του σκέφτηκαν να επισκεφτούν κάποιο γιατρό μήπως ο γιός τους αντιμετωπίζει κάποιο ανατομικό πρόβλημα και τότε αναγκάστηκε να τους πει την αλήθεια, ούτως ώστε να γλυτώσει τις περιπέτειες με τους γιατρούς. Όλο αυτό βέβαια είχε και το τίμημά του, αναγκάστηκε να επιστρέψει στον κλασσικό τρόπο βαδίσματος και έτσι πήγαν χαμένες όλες εκείνες οι προσπάθειες αλλά και οι προσωπικοί εξευτελισμοί που αναγκάστηκε να περάσει προκειμένου να βαδίζει έτσι όπως μόνο εκείνος θα μπορούσε.
Με τη μάνα του ποτέ δεν τα πήγαινε καλά… Συνεχώς του έκανε παρατηρήσεις. Πρόσεξε αυτό, να αποφύγεις το άλλο. Δεν την ήθελε. Πίστευε πως αν και μικρός μπορούσε να τα καταφέρει χωρίς υποδείξεις και προστασία. Η μάνα του αν και είχε αντιληφθεί αυτή την αντιπάθεια που είχε αρχίσει να δημιουργείται μεταξύ τους, δεν έδινε σημασία και πίστευε πως με τον καιρό θα ξεπερνιότανε.Πολλές φορές για να τον καλοπιάσει μάλιστα, τον άφηνε να παίζει με τα βαζάκια που υπήρχαν στη κουζίνα και του άρεσαν τόσο πολύ. Ήταν πολύχρωμα και τοποθετημένα με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Της είχαν μείνει από την προίκα της και ήταν περήφανη που κατάφερε να κρατήσει κάτι που να μην σπάσει μετά την αλλαγή σπιτιού. Δεκαπέντε βαζάκια. Το ένα πιο ωραίο από το άλλο. Σε ζαλίζανε με τη γυαλάδα τους και τα ωραία τους χρώματα. Το πρόβλημα όμως με αυτά τα βαζάκια ήταν η ειδική τοποθέτηση που έπρεπε να είχαν και αυτός ήταν ο μεγάλος μπελάς της μητέρας του κάθε φορά που αυτός τα παρατούσε όπως- όπως πάνω στο τραπέζι. Έπρεπε να μπούνε σε σωστή σειρά. Το πρώτο ήταν μπροστά από δυο τα οποία είχαν πιο σκούρο χρώμα από αυτό, ενώ πίσω από αυτά τα δυο ακολουθούσαν άλλα τρια με χρώμα πιο ανοιχτό από τα δεύτερα. Ακολούθως πίσω από τα τρίτα βρισκόταν η τέταρτη σειρά η οποία είχε  τέσσερα βάζα, το χρώμα των τεσσάρων βάζων της τέταρτης σειράς ήταν πιο σκούρο από τα βάζα της τρίτης και της πρώτης σειράς αλλά ένα τόνο πιο ανοιχτό από τα βάζα της δεύτερης σειράς. Τέλος στη πέμπτη σειρά βρισκόταν  έξι βάζα με ακόμη πιο περίεργο τόνο χρώματος. Ήταν πολύ πιο ανοιχτόχρωμα από τα βάζα της πρώτης και της τρίτης σειράς αλλά δεν μπορούσες να ξεκαθαρίσεις αν είχαν και μια ιδέα παρόμοιου χρώματος στις άκρες τους από τα βάζα της δεύτερης και τρίτης σειράς.

Advertisements
This entry was posted in Κυριάκος Αναστασίου, Κυριακος Αναστασιου, Πεζογραφια and tagged , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s