Για ένα κοστούμ΄ – του Κυριάκου Αναστασίου

Για ένα κοστούμ΄…

Εντάξει, ο χρόνος περνάει, το δέχομαι… Είτε το θέλεις,  είτε όχι, αφήνει κάποια βαθειά δαγκώματα στο λαιμό και σου γαμάει τις λιγοστές ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο, ίδιο με αυτό που διάβαζες στα βιβλία μου στις καλοκαιρινές σου διακοπές. Αρχίζεις να έχεις αγωνίες για πράγματα που μέχρι χθες δε σε απασχολούσαν και ούτε καν ποτέ φαντάστηκες πως θα κέρδιζαν μια θέση στα ερωτηματικά του εγκεφάλου σου, παρά τα MK-ULTRA.

Η αγάπη σου για όλα όσα σε συντρόφεψαν μέχρι τώρα αρχίζει να χάνεται. Στέκεσαι μετέωρος μπροστά σε δυο οθόνες, αυτή της ζωής σου και της άλλης του υπολογιστή, προσπαθώντας και στις δυο περιπτώσεις να πατήσεις το σωστό κουμπί ώστε να μην πάει κάτι στραβά και σε βγάλει από το πρόγραμμά σου που τόσο τέλεια έχεις δομήσει.

Ήξερες από καιρό, πως η ζωή δεν είναι εύκολη. Τουλάχιστον για εμάς. Εμάς που ξέρουμε, που έχουμε επιλέξει, που την έχουμε πατήσει, που δε θελήσαμε, που δε νοήσαμε… Είχαμε από παλιά μια ιδιαιτερότητα. Θέλαμε να ζήσουμε όπως φανταζόμασταν ή πιο σωστά όπως θέλαμε εμείς και όχι όπως θέλανε οι άλλοι. Αυτό από μόνο του παρουσιάζει μια αντιφατικότητα. Άτομα που έχουν μεγαλώσει σε ιδρύματα από μια σταλιά παιδάκια να θέλουν να ζήσουν διαφορετικά; Άλλο πάλι και τούτο, έτσι;  Σχολεία, Πανεπιστήμια, Στρατός, Δουλειά-δουλεία και άλλοι τόσοι τομείς οι οποίοι μας ρουφάνε τη ζωή, το χρόνο και την παιδικότητά μας.

Δεν είναι δυνατόν να κρατηθούμε όλοι. Άλλωστε το κλαδάκι που πιαστήκαμε είναι μικρό και λεπτό ενώ η ορμή του χειμάρρου που μας έχει παρασύρει είναι τεράστια. Κάποιοι από εμάς μπορεί να αντέξουμε κάποιοι άλλοι όχι, ίσως και κανένας και το κλαδάκι ξεριζωθεί και πνιγούμε όλοι. Με τη φετινή πλημμύρα όρη και βουνά επήρα…

Τα μέτωπα που ανοίγω καθημερινά είναι πολλά και θα σε ήθελα συμπολεμιστή στο πλάι μου, όπως παλιά… Δεν πειράζει όμως που δεν άντεξες. Με ενόχλησε όμως ρε μπαγάσα, η ηττοπάθειά σου και το ξαφνικό γήρας που σε κατανίκησε. Πώς άλλαξες έτσι; Μαζί δεν ήταν που γυρνούσαμε από τις νίκες τραγουδώντας; Μαζί δεν ήμαστε όταν φεύγαμε με τα φορτηγά και μου ψιθύριζες κρυφά στο αυτί Παλαμά, για να μου δώσεις κουράγιο; Αν κλείσω τα μάτια ακόμα θα ακούω στο αυτί τους ήχους από τις γυάλινες σφαίρες, τις διάφανες βελόνες που περνούσαν ξυστά από δίπλα μας και τα πλαστά πεντοχίλιαρα αλλά εμείς δεν φοβόμαστε λεπτό, συνεχίζαμε να πολεμάμε, να τρωγόμαστε με τις σάρκες μας μέχρι τελικής πτώσης. Τα δύσκολα χρόνια τα περάσαμε μαζί, νικητές. Γυρίσαμε στα σπίτια μας και επαναπαυτήκαμε στα δάφνινα στεφάνια που οι ίδιοι πλέκαμε και ρίχναμε μπροστά στα πόδια μας, γιατί κανένας άλλος δε θα μας επιβράβευε παρά μόνο ο εαυτός μας, ο πιο καλός μας φίλος κι ο πιο κακός εχθρός μας.

Σε άφησα να ξεκουραστείς και δεν είχαμε επαφή, χαθήκαμε με τον καιρό και η επικοινωνία μας αραίωσε. Τις αλλαγές πάνω σου τις έβλεπα από ένα μικρό τετραγωνάκι με τη φωτογραφία σου στην οθόνη του υπολογιστή μου, και αργότερα έμαθα πως το λένε avatar. Τρέχα γύρευε δηλαδή. Αναγκάστηκες να σου βρούνε δουλειά. Σε καταλαβαίνω… Η κάρτα ανεργίας είναι δύσκολο πράγμα και η ουρά για τη θεώρησή της πολύ βαρετή, σε καταλαβαίνω. Ήρθε στη ζωή σου και η αγάπη που σε κύκλωσε από παντού και τα μάτια σου άρχισαν να λιώνουν και να χύνονται στο πάτωμα σα τα ρολόγια του Νταλί.  Τα ωράρια της δουλειάς σου άρχισαν να σε τρελαίνουν, κάθε ώρα υπερωρίας σχημάτιζε και άλλη μια μικρή ρυτιδούλα στο μυαλουδάκι σου κάνοντάς σε να μοιάζεις με πίθηκο. Οι συνήθειες σου όμως,  άλλαξαν προς το καλύτερο. Αντί να στρίβεις το τσιγάρο σου με το αριστερό, άρχιζες να το στρίβεις και με το δεξί, αλλά το σάλιο παρέμεινε σάλιο- εδώ σε παραδέχομαι.

Είχαμε πει παλιά, πως δε θα τσιμπήσουμε με τις ομαδούλες των πολυεθνικών και των παρακρατικών. Εσύ όμως είχες τσιμπήσει από τους πρώτους. Να τα αριστεροειδή μανιφέστα σου, να οι πορείες με κάψιμο της αστερόεσσας μπροστά από τις κομπαρσοποιημένες εκάστοτε πρεσβείες, να τα τζατζίκια και τα κολοκυθάκια με το κοκκινέλι συνοδευόμενα πάντα από  αντιεξουσιαστικά λογύδρια και επαναστατικά άσματα με μισομεθυσμένα ακόρντα, να οι δίσκοι με τα περίεργα τραγούδια και μέσα σε όλα αυτά και εγώ. Πάντα κάπου εκεί, δίπλα σου. Να σε ακολουθώ παντού, αλλά να μη μιλάω… Να βρίσκομαι δίπλα σου στις πορείες, στα σπασίματα, στις επαναστατικές ταβέρνες. Αλλά να μη μιλάω. Δεν ήταν πως έβρισκα ηλίθια όλα όσα έκανες και έλεγες. Δεν ήταν αυτό. Απλώς ντρεπόμουν να συμμετάσχω, να ανοίξω το στόμα μου. Παρόλα αυτά ήξερα πως όλες αυτές οι Λαζοπουλικές σου αντιδράσεις  δεν ήταν τίποτα παραπάνω πέρα από σπασμωδικές και ανελέητες κινήσεις μπροστά στο βωμό της κατάκτησης κάποιου γυναικείου σώματος. Έτσι σε δικαιολογούσα…

Όμως μου έμεινε το κουσούρι. Πλέον δε μιλάω ποτέ.  Εξαιτίας σου… Συνήθισα να βλέπω να γίνονται διάφορες μαλακίες γύρω μου και να μη μιλάω. Όχι γιατί δεν έχω γνώμη ή ντρέπομαι να την εκφράσω, κάθε άλλο. Είναι που βλέπω τους ηλίθιους γύρω μου μαζεμένους, να μου πήζουν το μυαλό και τους λυπάμαι. Τί να τους πω δηλαδή; Δες αυτό, διάβασε εκείνο, μη ψηφίζεις το άλλο, κατούρα εδώ και όχι εκεί ή πήγαινε με τα πόδια στον τρίτο; Δε γίνονται αυτά τα πράγματα. Προτιμώ να τους παρακολουθώ, να τους έχω σε ένα συρτάρι στη  μνήμη μου και όποτε χρειαστεί να το ανοίγω και να τους μεταχειρίζομαι. Συμπεριφορές είναι αυτές, δεν είναι  παίξε γέλασε. Τους έχω κατηγοριοποιήσει όλους. Από τη πρώτη καλησπέρα που θα μου αμολήσουν ξέρω περί τίνος πρόκειται. Οι περισσότεροι από αυτούς βέβαια την πατάνε, πράγμα που με βολεύει. Με περνάνε για μεγάλο βλήμα.  Βούτυρο στο ψωμί μου, τους ξεβρακώνω με μεγαλύτερη άνεση, τους τα παίρνω όλα…

Την προηγούμενη εβδομάδα μάλιστα, κάποιος αφέθηκε τόσο πολύ που στο τέλος αναγκάστηκα να του πάρω και τη ζωή του. Αυτό τα τελευταίο δε μου άρεσε, αλλά μου τη χάρισε τόσο απλόχερα και δε μπορούσα να αρνηθώ. Παστρικά πράγματα όμως, ούτε αίματα, ούτε τίποτα.

Τα τελευταία χρόνια όμως αυτό που με τρομάζει είναι πως βλέπω και άλλους σαν εμένα τριγύρω μου. Έχουμε αρχίσει και αυξανόμαστε. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, το σίγουρο είναι πως υπάρχουν φίλοι. Κάτι είναι και αυτό. Φίλοι μέσα σε αυτό το χάος. Φίλοι  που ποτέ δε θα ανταλλάξουμε ούτε μια καλημέρα, ούτε μια αγκαλιά, τίποτα… θα μείνουν φίλοι μακρινοί, αλλά αιώνιοι…

Όχι σαν εσένα ρε ξεφτίλα… Είχαμε κάποτε ορκιστεί πως αν κάποιος πέθαινε πρώτος, ο άλλος θα έπρεπε να φυτέψει στο κήπο του τρία γιασεμιά και μια ροδιά, για να μη λησμονηθεί ο νεκρός. Να τρώμε τους κόκκινους σπόρους και να θυμόμαστε, καθώς ο καλοκαιρινός αέρας μας χτυπάει στο πρόσωπο φέρνοντας μαζί με το άρωμα του γιασεμιού και τη μνήμη των κερδισμένων μαχών του παρελθόντος που όπως πληροφορήθηκα ήταν σικέ για να ξεκινήσει η επανάσταση, κάτι σαν τον αγώνα του Πολυτεχνείου μόνο που εμείς δεν είχαμε τανκς, αν θυμάσαι…

Καλή συνέχεια στη ζωή σου ρε μπαγάσικο, εγώ πάντως πέρυσι το καλοκαίρι έφαγα από τη ροδιά μου και ούτε δάκρυσα…

Advertisements
This entry was posted in Ιαχές, Κυριάκος Αναστασίου and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s