ΤΟΥ ΑΜΟΙΡΟΥ ΜΟΙΡΑΙΟΥ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ – του Κυριάκου Αναστασίου

skilaki   Άτυχε καλλιτέχνη, που κανείς δεν σε αναγνωρίζει, κανείς δεν ¨πιάνει¨ το νόημα των έργων σου, κανείς δεν σφυρίζει τα τραγούδια σου όταν ξυρίζεται και κανείς δεν θα σε θυμάται όταν ψοφήσεις.
Άμοιρε δημιουργέ, που τα έργα σου απέχουν από την ηλιθιότητα τόσο όσο απέχει το ξυπνητήρι από το μαξιλάρι σου, που δεν μπορείς να γράψεις 5 σειρές χωρίς να αρχίσεις την κλάψα για το πώς γίναμε έτσι και πού πήγαν όλοι, που πάλι είσαι μόνος σου και μιλάς στους τοίχους για τα ωραία ιδανικά σου.
Μοιραίο κοινό που δεν έχεις τί να κάνεις, έχεις βαρεθεί την ποσότητα και αναζητάς μανιωδώς λίγη ποιότητα μεταξύ Αγγελόπουλου και Σπίλμπεργκ και ανάμεσα σε Γρανάδα και Δραπετσώνα, που έχεις αποκτήσει τέτοιες απαιτήσεις που δεν σου φτάνει μόνο το Σαββατόβραδο αλλά θέλεις και την Παρασκευή δικιά σου για να χορτάσει η κοιλιά και το ελεγχόμενο μυαλό σου θέαμα όμοιο με αυτό του control-system, ισάξιο με την μπουρδολογία του κοινωνικού σου ιστού.

-Τί θα γίνεις γιέ μου;
-Καλλιτέχνης μπαμπά.
– Τί θα γίνεις κόρη μου;
– Πουτάνα μαμά.

Η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις δυο απαντήσεις δεν είναι τόσο χαώδης όσο αρχικά φαντάζει. Γιατί αγαπητό αγόρι με το ωραίο σώμα και τις αρουραίες ανησυχίες να πάρεις αυτό τον δρόμο; Χάθηκαν αγόρι μου τα ωραία γραφεία με τα μεγάλα φυτά( γιούκα κατά προτίμηση που δεν θέλει και συχνό πότισμα) στις γωνίες; Χάθηκαν οι ωραίες δερμάτινες πολυθρόνες με τα ροδάκια για να γυρνάς βόλτες τον όροφο; Ή μήπως σώθηκαν οι ωραίοι χαρτονένιοι μπλέ φάκελοι για να τους κουβαλάς από εδώ ως εκεί και αντίστροφα;
Γιατί γλυκό μου κορίτσι αυτή η επιλογή; Αφού το βλέπεις το ταλέντο σου, φασολάδα και φακές μεσοβδόμαδα και την Κυριακή ωραίες αφράτες μπριζόλες. Μυθιστορήματα για προικισμένους από τη φύση άντρες και τρελαμένες λεσβίες. Τσιμπούκια στον προϊστάμενο και από τα 35 και μετά πετυχημένη σύζυγος με μισθό διευθυντού! Τί μου τα θες τα καλλιτεχνικά; Πάρε το δρομάκι σου με το δισάκι σου και άφησέ μας επιτέλους…
Όμως όχι, εσύ επιμένεις εκεί… Εύκολη δουλειά, ιλουστρασιόν έρωτες, δεξιώσεις με χαρτοπετσέτα κάτω από το ποτήρι και στυλ « τί ωραία που είμαστε εδώ στην εξοχή εμείς οι ανένταχτοι», χειραψίες με τον πρόεδρο και τα Χριστούγεννα φιλανθρωπίες για τα παιδάκια…
Καλλιτέχνης…

– Τί κάνεις δηλαδή; Τραγουδάς; Χορεύεις; Γράφεις; Σκηνοθετείς; Παίζεις; Τί από όλα αυτά;
– Ε, λίγα από όλα κύριε, κατά βάση έχω ιδέες, πολλές ιδέες…
– Ωραία, τσακίστε τον…

Γεννημένος για να σε χέσουν ψηλά. Δεν κατάλαβες πώς ήρθες, τί έκανες και πώς θα φύγεις. Τα ιδανικά σου είναι για γέλια όπως και τα μούτρα σου. Συνεχίζεις να πιστεύεις( όπως ο μπαμπάς σου) πως ακόμα ο εχθρός είναι ο ιμπεριαλισμός και γράφεις για ελευθερίες και κουραφέξαλα που ποτέ δεν κατάλαβες. Ακούς αντάρτικα του Τζαβέλα, αντιστέκεσαι με ρετσίνα και κεφτέ  ενώ παράλληλα αναλύεις τα αίτια της κρίσης πετώντας πού και πού καμιά λύση για ¨ να βγούμε από το αδιέξοδο¨.
Πόσο πολύ θα ήθελες κάποια μέρα να μιλάν όλοι για εσένα, για το έργο που άφησες, για το πόσο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ήσουν…
Άμοιρη κατσαρίδα θα σε πατήσουμε στη γωνία, αλλά πριν από τον ακαριαίο θάνατο σου θα σε περιγελούμε και θα σε φτύνουμε όλοι. Ενδεχομένως αντί για τη μπότα που θα σε πατήσει( κατάλοιπο του ενδόμυχου φασισμού σου) να σε περιλούσουμε με πετρέλαιο και να σε κάψουμε ζωντανό, έτσι για να έχουμε να θυμόμαστε τις κραυγές σου. Ίσως για πλάκα, αν μας την βαρέσει, κρεμάσουμε και τα έντερά σου για παραδειγματισμό.

– Μα γιατί τί έκανα, ένας καλλιτέχνης είμαι. Ένας δημιουργός…

Σε σιχαθήκαμε και εσένα και το σινάφι σου. Μας ρουφάς το οξυγόνο. Κάνε στη άκρη επιτέλους. Τόσα χρόνια τα ίδια και τα ίδια. Εσύ, οι πρόγονοί σου, οι απόγονοί σου, κουραστήκαμε καταλαβαίνεις; Δεν θέλουμε να μας μιλάς για έρωτα, για αγάπη, για καημούς και ¨τί έχει το μωράκι μου/ και όλη μέρα κλαίει;¨. Δεν θέλουμε να μας λες για το αύριο, για τα δεινά που θα έρθουνε και θα μας τσακίσουνε. Δεν θέλουμε να μας δείχνεις το χθες, έχουμε κουραστεί.

– Έ τότε τί θέλετε;
– Δεν ξέρουμε, εσύ είσαι ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ, κόψε το κεφάλι σου να βρεις…

Και σκέφτεται τότε ο εκάστοτε θιγόμενος: εντάξει, μέχρι να μου έρθει το θέμα και η έμπνευση που ζητάει το κοινό μου θα πάω πάσο, θα δουλέψω κάπου αλλού και μόλις μου έρθει(!) η θεία φώτιση θα στρωθώ στη δημιουργία. Κάνει με λίγα λόγια το μοιραίο λάθος. Δίνει την υπόσχεση πως θα επανέλθει στα πράματα.
Αποκτάει την ωραία και στρωμένη δουλίτσα του αλλά δεν μένει εκεί… Κάθεται τα βράδια και γράφει, διαβάζει, παίζει, γυρνάει, τραγουδάει. Το δουλεύει το αντικείμενο, εξασκείται, και γίνεται τόσο καλός όσο πρέπει για να χωθεί στα πράγματα.
Κάποια μέρα αφού διαπιστώσει πως έγινε κάτι ή ίσως και κάποιος ( εντός των τεσσάρων τοίχων του σπιτιού του πάντα) αποφασίζει να βγει έξω προς αναζήτηση. Τώρα είναι έμπειρος, δεν θα κάνει τα ίδια λάθη, ξέρει πρόσωπα, λύσεις και εν τέλει έχει το κλειδί που απαιτείται για την κλειδαριά.
Μα έλα όμως που τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει και πρέπει να μπει στην ουρά, πρέπει να περιμένει καιρό μέχρι να έρθει η σειρά του ( θα ζεις ως τότε γελοίε;).
Η δουλειά του θα εξεταστεί από ειδικούς, από πραγματογνώμονες, από ιατροδικαστές και ελεγκτές υγειονομικής και ένα σωρό άλλους επιστήμονες οι οποίοι θα δώσουν την τελική έγκριση.
Όμως η μπανανόφλουδα άμοιρε , δεν είναι στην έγκριση ή όχι της ασπόνδυλης εργασίας σου που είσαι έτοιμος να παραδώσεις, το κόλπο τους είναι το περίμενε. Η ουρά. Στην ουρά μεταλλάσσεσαι, γίνεσαι κάτι άλλο. Κάθεσαι και πιάνεις κουβέντα με τους διπλανούς σου, σου βάζουν ιδέες για το πώς έπρεπε να γράψεις κάτι. Σε αγγίζει δήθεν τυχαία ο μπροστινός και σου μεταφέρει την μούχλα του που με τον καιρό θα απλωθεί και θα σου σαπίσει το κορμί, τόσο ώστε να μην μπορείς να κουνηθείς, θα θελήσεις να φύγεις από την ουρά να γυρίσεις στο σπίτι σου να δεις τη γυναίκα και τους φίλους σου αλλά η μούχλα δεν θα σε αφήνει, θα είσαι κολλημένος , εκεί, ανίκανος να φύγεις. Βέβαια εσύ δεν θα χαμπαριάζεις τίποτα, αντιθέτως θα είσαι  χαρούμενος, αναίσθητος από την μετάλλαξη που σου αλλάζει σταδιακά τα πάντα.
Ξέρεις όμως, άμοιρε, η μούχλα που σε κρατούσε καθηλωμένο θα φύγει μόνη της μόνο όταν έχεις μεταλλαχθεί πλήρως, τότε όλως τυχαίως θα έρθει και η σειρά σου προς εξέταση της δουλειάς σου( ποιάς δουλειάς σου δηλαδή…).
Ορδές τότε μπροστά σου οι ύμνοι: καταπληκτικό, εξαίσιο, αριστούργημα, 5 αστέρια, 3 φεγγάρια, ½ κιλό τσιπούρες και δώστου μανάβη μου…
Χαρούμενος παρατάς τα πάντα, το γυρνάς στην τέχνη σου και μας γαμάς το σύμπαν.
Αυτός είναι ο κύκλος του σταδίου σου, που πήρες την σκυτάλη από άλλους και με την σειρά σου θα την παραδώσεις σε άλλους. Μπήκες αγνός και αμαθής και βγήκες μεταλλαγμένος και ημιμαθής. Τόσο έφτανες, τόσα έπιασε το τομαράκι σου που σε άλλες εποχές θα το κρατούσανε για λινάτσα σε υπόγεια.
Η ουρά….Αυτή σε έφαγε….
Σαν κλείσιμο να σου πώ πως το αφιέρωμα στον Κουρδικό κινηματογράφο θα συνεχιστεί, μπορείς να φέρεις τους φίλους σου( κάτι Μαοικούς της υψηλής κοινωνίας με το σφηνάκι μονίμως ανα χείρας) να δούμε ταινίες, την προηγούμενη εβδομάδα σε αυτό του Αλβανικού περάσαμε υπέροχα. Όσον αφορά την τέχνη μην στεναχωριέσαι γαμιέται άνετα και χωρίς εσένα, κάτσε μια εβδομάδα μέσα δεν κάνει κακό… ( Σου το λέω μπας και αναλογιστείς τα σκατά που σε πνίγουν και αυτοκτονήσεις μια ώρα νωρίτερα)

Υ.Γ. Για ντεκόρ ρίξε καμιά γλάστρα με φυτό γιούκα, μην σε βάζω να τρέχεις νυχτιάτικα….

Advertisements
This entry was posted in Κυριάκος Αναστασίου, Κυριακος Αναστασιου, Πεζογραφια and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s