Δυο παραμύθια και μια εκκλησία σκυλάδικο (Σεραφείμ Σίγμα)

ΒΡΑΧΟΣ ΑΠΟ ΕΛΑΦΡΟΠΕΤΡΑ
———————————————–
Μια φορά και έναν καιρό . . . σε μιάν έρημη παραλία υπήρχε μόνο ένας πελώριος βράχος από ελαφρόπετρα.
Ο βράχος φοβόταν, γιατί ο αέρας τον ζήλευε που έστεκε ακίνητος.
Κάθε που φύσαγε, έτρεμε και ξανέτρεμε, μην τον πάρει, τον σηκώσει και χάθει.
Όλο παραπονιόταν. Έλεγε στην άμμο:
– Κοίτα τις τρύπες μου. Ζω μέσα στο φόβο. Είμαι αδύναμος. Ο αέρας περνάει μέσα μου ελεύθερα. Σφυρίζει. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα.Μια μέρα πριν το φθινόπωρο στην παραλία έφτασε ένας τεράστιος αητός.
Καθόταν στην άμμο. Καθόταν πάνω του. Ο βράχος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.
Κάποια στιγμή, έτσι όπως ο αετός ήταν πάνω του, έμπηξε τα νύχια του στις τρύπες του βράχου.
Κούνησε τις φτερούγες του δυνατά. Έκανε να τον πετάξει στη θάλασσα.Μόλις τον σήκωσε όμως , φύσηξε δυνατά ο αέρας.
Πέρασε μέσα από τις τρύπες του.
Ο βράχος άρχισε να σφυρίζει, να ξεσφυρίζει, να ξανασφυρίζει.Όταν το πουλί άκουσε τους ήχους , σάστισε. Φοβήθηκε. Άφησε κάτω το βράχο και χάθηκε.Με το που στάθηκε πάλι στη θέση του, η άμμος του είπε: «Νίκησες! Είδες πόσο δυνατός είσαι;»Από εκείνη την ημέρα ο βράχος στέκει ακίνητος στην παραλία· και συντροφιά με την αμμό και τον αέρα,
σφυρίζει – ξεσφυρίζει και ζει αυτός καλά και εμείς καλύτερα.ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΠΑΙΖΕΙ
——————————————————-
Σε μια αυλή, σ’ ένα τραπέζι
έστεκε αγόρι που δεν ήθελε να παίζει.Μάταια παιδιά κινούσαν,
συνεχώς παρακαλούσαν.-Έλα παίξε με εμάς
 μη ξεγράφεις μονομιάς,
 το φευγιό και τη τρεχάλα.
 Δες την όμορφη μας μπάλα.-Δεν θα παίξω. Δεν θα παίξω.
 Μη μου λέτε εγώ να κλέψω.
 Γω θέλω να μεγαλώσω
 και τον κόσμο να μορφώσω.
 Μα αυτό θα το πετύχω
 καθισμένος σαν τον τοίχο.
 Να κοιτώ, να μελετώ
 και εσάς; Σας αγνοώ!Όμως μέσα λαχταρούσε,
η καρδούλα του σκιρτούσε.
Να κρυφτεί, να κυνηγήσει,
όμορφα να τραγουδήσει.Ώσπου ξάφνου μία μέρα
εμφανίστηκ’ από πέρα
μια μορφή, μιαν οπτασία.
-Λες να ήταν φαντασία;-
Τον κοιτούσε, του γελούσε,
το χεράκι της κουνούσε.-Γιατί στέκεσαι εδώ,
 μόνος σαν τον αχινό;
 Για δεν τρέχεις;
 Για δεν παίζεις;
 Το παιχνίδι δεν τ’ αρέζεις;-Μου αρέσει το παιχνίδι
 όμορφο,μικρό στολίδι.
 Μα εγώ με ποιόν να παίξω,
 μοναχός μου εδώ έξω;
 Έτσι στέκω. Μελετώ.
 Το βιβλίο μου κοιτώ.-Με δουλεύεις βρε εμένα;
 Πάρε εδώ αυτή τη χτένα.-Μα η χτένα δε μιλάει,
 όμορφα δε με κοιτάει,
 όλο νάζι, όλο χάρη
 όμορφο μαργαριτάρι.-Εντάξει δεν μπορώ να πω.
 Παίξε…με τον αετό.-Μα ο αητός όλο πετάει
 και δεν ξέρω που θα πάει.
 Θα χαθώ, θα κουραστώ.
 Που να βρώ μετά αητό;-Δεν θες αητό, δεν θες χτένα.
 Παίξε τότε με εμένα.-Ω, μα τι ωραία ιδέα
 να γενούμε εμείς παρέα.
 Πάμε τώρα ευθύς εμπρός,
 στο παιχνίδι ολοταχώς.Κι από τότε τα παιδιά
παίζουν πάντα συντροφιά.
Και τ’ αγόρι που δεν παίζει
το παιχνίδι πια τ’ αρέζει.
ΣΚΥΛΟΣ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
————————————————Μια φορά και έναν καιρό . . .Στο χωριό εκεί απάνω

είχανε παπά τον Θάνο.
Λειτουργούσε, κοινωνούσε,
την κοιλάρα του κουνούσε.Το χωριό ειχ’ υποτάξει,
τό’ χε όλο σε μια τάξη.
Με τα ράσα, τη στολή του
και το κόκκινο βρακί του.Έτσι όλο το χωριό
όρθρο και εσπερινό·
Σαν στρατιώτες, σαν φαντάροι,
σαν ένα κοπάδι γλάροι·Στοιβαζόταν στο ‘κκλησάκι
για να βγάλει ταληράκι,
τον παπά μας να ταΐσει,
πάχυτα να τον γιομίσει.Και αυτός όλο καμάρι,
όλο διαταγές και χάρη·
Να χτυπιέται, να φωνάζει
και τον κόσμο να τρομάζει.-Τη ψυχή σας για να σώσω
 μονομιάς να σας λυτρώσω
 Φέρτε! Φέρτε! Τί θωράτε;
 Γρήγορα, μη με κοιτάτε!-Συ το ρύζι, συ το στάρι.
 Του σπιτιού σας το κριθάρι.
 Στον παράδεισο θα πάτε.
 Γρήγορα, μη με κοιτάτε!Με ετούτα και μ’ εκείνα
πέφτει στο χωριό μια πείνα . . .Μα ο παπάς μας με κουτάλια
δέκα έτρωγε πιθάρια.
Με γιουβέτσι, μακαρόνια,
ανοιγόκλεινε σαγόνια.Εκοιμότανε, ρευόταν,
που και που . . . αεριζόταν.Μην τον βρέξει,
μην τον στάξει.
Το χωριό είχε σε τάξη.Μα η πείνα η πολύ
του χωριού σαν προσευχή,
πάει στ’ αυτί της Παναγιάς
και εκείνη μονομιάς,
φτιάνει σχέδιο πονηριάς.-Έλα δω κοντά Αϊ-Γιάννη,
 που κανένας δε σε φτάνει.
 Βλέπεις τούτο το χωριό;
 Υποφέρει από χοντρό.-Τον παπά του, τον ρηγά του,
 την πελώρια κοιλιά του.-Γίνε τώρα σα σκυλί
 και στην εκκλησιά και συ
 σίμωσε να τους λυτρώσεις,
 το φαΐ τους να τους δώσεις.-Και εκείνον τον παπά;
 Δώστου, δώστου συμφορά!Με τη μια ο Αϊ-Γιάννης
σα σκυλί που’ χει τσομπάνης
ανεβαίνει τα σκαλιά
για να μπει στην εκκλησιά,οπού κείνηνε την ώρα
ο παπάς με μία φόρα,
έδινε αφορισμό
σ’ έναν κοντούλη φαλακρό.-Τον Θεό εγώ τον ξέρω.
 Με αυτό πολ’ ύποφέρω.
 Δεν μου δώκες το φωμί σου.
 Μου το είπαν οι δικοί σου.-Κρυφά το ‘χες να το φάς.
 Θε’ στην κόλαση να πας!Σαν κοιτά κατά την πύλη
του’ ρθε ο ουρανός σφοντύλι.Ξεφωνίζει όλο χολή:
-Φύγε! Ούστ, παλιοσκυλί!-Πού ακούστηκε ξανά,
 σκύλος μες σε εκκλησιά.-Φύγε τώρα μη χτυπήσω,
 το τομάρι σου λιανίσω.Μα ο σκύλος δε λυγάει.
Πίσω δεν παραπατάει.
Του γαβγίζει, του γρυλίζει.
Τις δοντάρες του τις τρίζει.-Τί κοιτάτε χωριανοί;!
 Πάρτε τούτο το σκυλί!
 Πάρτε το δεν είν’ δεμένο!
 Σίγουρα ‘ν’ δαιμονισμένο!Μα κανένας δεν κουνιόταν,
απ’ την πείνα ζαλιζόταν!Έτσι παίρνει το σκυλί
τον παπά δαγκώνει εκεί,
οπού ρεύεται, οπού κλάνει.
Τίποτα δεν τονε φτάνει.Τρέχει, τρέχει μακριά.
Φεύγει απ’ την εκκλησιά.Παίρνει τότε το χωριό
πίσω όλο το φαγητό.Κι από κείνηνε τη μέρα
όλο κέφι, όλο φλογέρα.
Αντί παπά, ενά σκυλί,
έχει η εκκλησιά εκεί.
Advertisements
This entry was posted in Αφηγημα, Παραμύθια, Ποιηση, Σεραφειμ Σιγμα and tagged , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s