Απόσπασμα από την ξεχασμένη νουβέλα, «Σκιές Στο Σελιλόιντ», του Βασίλη Αναστασίου.

   300px-BigComboTrailerΠάντως είμαι από τους λίγους και αισθάνομαι τυχερός γι αυτό, που μπορώ και θυμάμαι ακόμη την προειδοποιητική μυρωδιά της βροχής πάνω στο χώμα, κάτι παράξενες και ατέλειωτες Κυριακές. Οι Κυριακές των βροχών, όπως είχαν μείνει γνωστές για κάποια περίοδο. Και εκείνη που ερχόταν πάντα μαζί με τις μπόρες, κρατούσε πάντα κρυμμένο μαζί της κανένα πακέτο με τσιγάρα και καμιά περίεργη ιστορία από τα ταξίδια της. Μια τέτοια Κυριακή ήταν που την πρωτοείδα. Ίσως και για αυτό κανένας από εκείνη την παρέα να μην πρόκοψε, αφού όλοι μείναμε κολλημένοι και νοσταλγοί κάτι τέτοιων παλιών βροχερών Κυριακών και κάτι καταραμένων γυναικείων ονομάτων. Και καλά κάναμε στο κάτω κάτω και γλιτώσαμε από όλες τις δηλητηριώδες νόσους που κατά καιρούς κυκλοφορούσαν με διάφορα άλλα παραμυθένια ονόματα στο κούτελό τους. Άλλοτε ελευθερία, άλλοτε πολιτική, αγάπη, κοινωνία και άλλες τέτοιες ουτοπίες. Βαθιά νοήματα που σε στέλνουν για μετωπική στην εθνική να ψάχνεις με το κουταλάκι τα κομματάκια από το πατημένο σου μυαλό. Εμείς το είχαμε αποφασίσει από νωρίς: Το μόνο βαθύ νόημα κρύβεται μέσα στο απέναντι  ντεκολτέ που για ώρες μας κοιτά και ξερολιώνει.

   Έτσι φτιάξαμε τις δικές μας ιδεολογίες και τα δικά μας μανιφέστα, γεμάτα από όνειρα, από πληγωμένα φιλιά και από ταξίδια. Και ας μην είδαμε ποτέ το Κάιρο και τις πυραμίδες, ούτε τους δρόμους της Ανατολής και τα πορτοκαλιά ηλιοβασιλέματα στους μακρινούς τόπους των χαμένων παραδείσων. Ναι, κάποιοι από εμάς προσπάθησαν και έφυγαν φορτωμένοι με χάρτες, με πυξίδες και με μπαλωμένες βαλίτσες για να βρουν τον θησαυρό του Ελντοράντο, μα δεν τους ξαναείδε κανείς. Μπορεί και να τον βρήκαν και να ζούνε τώρα μέσα σε χρυσά παλάτια, ξεχασμένοι από τον κόσμο και από τα δεινά του. Εμείς μείναμε εδώ στην δικιά μας Καζαμπλάνκα, να αποχαιρετάμε μια ζωή αυτούς που φεύγουν μακριά, ακούγοντας πάντα τα ίδια τραγούδια, πίνοντας πάντα τα ίδια ποτά, καπνίζοντας πάντα τα ίδια τσιγάρα.

   Τελικά αυτό που μου λείπει πιο πολύ είναι τα πρόσωπα και όχι οι καταστάσεις και τα μέρη. Και ούτε που με νοιάζει για τις παλιές, στοιχειωμένες σκέψεις και τα ανεκπλήρωτα όνειρα, έτσι και αλλιώς έχω συμβιβαστεί με τους υπέροχους εφιάλτες μου. Αλλά τέτοια ωραία πρόσωπα σαν και εκείνα τα παλιά, δεν ξαναβρίσκονται τόσο εύκολα. Και το φταίξιμο είναι όλο δικό μας. Χαθήκαμε έτσι απλά και αφήσαμε τα πάντα να χαθούνε. Και ήταν ωραία. Ήμασταν ωραία. Οι ιδανικοί σύντροφοι για το ιδανικό ταξίδι του χαμού. Μας υπνώτισαν όμως όλους, σε κάτι απομονωμένα κελιά και αργήσαμε να ξυπνήσουμε. Άλλος ξύπνησε παρέα με χάπια και υπνωτικά και έμεινε εκεί να κοιτάζει κλαίγοντας στο τζάμι τις αστραπές και να δαγκώνει στα βουβά τα μαξιλάρια όταν το ρολόι χτυπάει μεσάνυχτα. Άλλος έμαθε από μόνος του να φτιάχνει βόμβες και δυναμίτες, μα ξέχασε να κόψει το τσιγάρο, με αποτέλεσμα να γίνει μπογιά για να βάψει τους τοίχους του δωματίου του με το αγαπημένο του χρώμα, αφήνοντας την δική του προσωπική πινελιά. Οι περισσότεροι πάντως χωρίς να το καταλάβουν, βρέθηκαν αγκαλιά με κάτι κλαψιάρικα βρέφη και με μια τροφαντή γυναίκα που συνεχίζει να εγκυμονεί καινούργιες και πιο απειλητικές παράνοιες. Κλείστηκαν μέσα σε κάτι λευκά άλμπουμ, ποζάροντας μπροστά στο φακό με εκείνο το γνωστό γεμάτο απάθεια και ερωτηματικά βλέμμα της αγελάδας, που με απελπισία ρωτάει: πώς βρέθηκα εγώ εδώ πέρα; Μα κανένας δεν του δίνει σημασία. Τώρα εύχονται και ελπίζουν πως με τα χρόνια θα μπορέσει το μυαλό τους να θυμηθεί ώστε να ξανακάνει εκείνο το πολυπόθητο κλικ, μήπως και το πράγμα αλλάξει.

   Εγώ πάντως ξύπνησα με έναν φριχτό πόνο στο στήθος και ένα κορμί ασήκωτο σαν πεθαμένο. Άνοιξα τα μάτια μου μα δεν κατάλαβα καμία διαφορά. Σκέφτηκα πως πρέπει να πέθανα. Αυτή τελικά ήταν η κόλαση που μου άξιζε και αυτός ο πόνος θα με συνόδευε ως τιμωρία για το υπόλοιπο της παραμονής μου σε αυτόν τον κωλότοπο. Κρίμα όμως, γιατί πάντα πίστευα πως η κόλαση είναι ένα ενδιαφέρον και γοητευτικό μέρος. Πήρα μια ανάσα και στα ρουθούνια μου σφηνώθηκε μια απαίσια μυρωδιά σαπίλας, υγρασίας και χρόνιας κλεισούρας. Περίμενα μερικά δευτερόλεπτα για να μπορέσουν να συνηθίσουν τα μάτια μου στο σκοτάδι μήπως και καταφέρω να αντιληφθώ το οτιδήποτε εκεί μέσα. Τίποτα όμως. Το απόλυτο κενό. Ένα αίσθημα πανικού άρχισε να με πλημυρίζει και έκανε την καρδιά μου να χτυπάει σαν δαιμονισμένη. Προσπάθησα να σηκωθώ. Τα πόδια μου πονούσαν αφάνταστα, ενώ ο ώμος και το χέρι μου είχαν παραλύσει. Έβαλα τα δάχτυλα στον ώμο, στο σημείο από όπου ερχόταν εκείνος ο αφάνταστος πόνος και ένιωσα ένα δυνατό τσούξιμο. Τράβηξα το χέρι και έτριψα στα δάχτυλα ένα παχύρευστο υγρό που έτρεχε και είχε κυλήσει σε όλη την δεξιά πλευρά του κορμιού μου. Έφερα τα δάχτυλα στην μύτη να μυρίσω. Αίμα. Άπλωσα το άλλο χέρι προκειμένου να βρω κάποιον τοίχο ή οτιδήποτε άλλο. Έκανα ένα βήμα εμπρός, ακόμη ένα, μέχρι που η παλάμη μου ακούμπησε την τραχιά και γλοιώδη επιφάνεια του τοίχου. Κάτι είναι και αυτό. Έμεινα εκεί και στηρίχτηκα. Δεν πρέπει να είναι μεγάλο δωμάτιο σκέφτηκα και άπλωσα ξανά το χέρι πηγαίνοντας προς την αντίθετη φορά για να ακουμπήσω την απέναντι επιφάνεια. Έκανα τέσσερα βήματα και την βρήκα. Στο ενδιάμεσο τίποτα. Κύλησα το χέρι μου πάνω στον τοίχο και με μικρά βήματα έπιασα την δίπλα πλευρά του τοίχου. Με τον ίδιο τρόπο και την απέναντι. Ένα κενό δωμάτιο γύρω στα τέσσερα επί τέσσερα.

Advertisements
This entry was posted in Αφηγημα, Βασιλης Αναστασιου, Πεζογραφια, Σπιτι στην Καμαρα and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s