Ζαφειρία Ευφροσυνίδου-Της ευτυχίας το κλειδί

 
 
Μια φορά κι έναν καιρό
Συνάντησα έναν χωρικό
Που μου είπε μια ιστορία
Για έναν τόπο μακρινό.
 
Εκεί λοιπόν σ’ αυτά τα μέρη
Που κανένας δεν τα ξέρει
Ζούσε ένα αγοράκι
Που ήτανε και φτωχαδάκι.
 
Για το σχολειό καθώς κινούσε
Με μάτια ορθάνοιχτα κοιτούσε
Στο δρόμο το σκουπιδαριό
Πότε εκεί και πότε εδώ.
 
Ό,τι θες είχε εκεί χάμω.
Από μπουκάλια μέχρι πιάνο.
Από χαρτιά μέχρι και φύλλα
Και βρωμούσε ποδαρίλα!
 
Καθόλου δεν του άρεζε στ’  αλήθεια
Κι έτσι απέκτησε συνήθεια
Τα σκουπίδια στη σειρά
Να τα σπρώχνει απαλά!
 
Τα φύλλα όλα αριστερά
Και τα κουτιά στα δεξιά.
Μπουκάλια εδώ, χαρτιά εκεί
Και τα σίδερα μαζί.
 
Κάτι του γυάλισε στο μάτι
Αστραφτερό και σαν χρυσάφι
Να ‘τανε άραγε αυτός
Ο μικρός του θησαυρός;
 
Πάει κοντά και τι να δει!
Ένα ολόχρυσο κλειδί!
Σκέφτηκε να το αφήσει
Μα το μάτι είχε κολλήσει!
 
Τότε σκύβει και το παίρνει
Και στο νου τη μάνα φέρνει.
Ποιός να ξέρει τι θα πει
Όταν στα μάτια της το δει;
 
 Πρέπει μάλλον να το κρύψω
Και να μην αποκαλύψω
Το μικρό μου θησαυρό.
Καλή κρυψώνα εγώ θα βρω!
 
Στο μικρό μου μαξιλάρι,
Εκεί ψηλά στο κεφαλάρι
Εκεί θα βάλω το κλειδί
Και κανείς δε θα το βρει!
 
Όταν βγήκε το φεγγάρι
Έπεσε στο μαξιλάρι.
Ήθελε να κοιμηθεί
Όμορφα όνειρα να δει!
 
Κι όπως ήταν κουρασμένος
Κι απ’ το σχολείο ζαλισμένος
Άρχισε να ταξιδεύει
Με το νου αφού βολεύει!
 
Κι έτσι βρέθηκε μπροστά του
Η μελλοντική δουλειά του.
Όλο γράφει, υπολογίζει
Και πότε πότε ψιθυρίζει:
 
«Κάτι πρέπει να αλλάξει
Το περιβάλλον μας να φτιάξει.
Τέρμα οι ρύποι, τα σκουπίδια!
Τέρμα και τα’ αποκαΐδια !
 
Όλα! Θάλασσες, βουνά,
Τα ποτάμια τα νερά,
όλα εχουν μολυνθεί!
Κάποιος να επιληφθεί!»
 
Τότε ηρθε το πρωί
Και ξυπνάει το παιδί.
Προσπαθεί να θυμηθεί
Στ’ όνειρο τι είχε δει.
 
Δεν του δίνει σημασία.
«Ήτανε μια οπτασία.»
Έτσι σκέφτηκε τα’ αγόρι
Και φορά το πανωφόρι.
 
Ξεκινάει για το σχολείο
«Πω πω  Θεέ μου πόσο κρύο.»
Και κλωτσάει τα σκουπίδια,
Άντε μια από τα ίδια.
 
Έρχεται ξανά το βράδυ
Κι απ’ της μανούλας του το χάδι
Βρίσκεται πάλι στ’ όνειρό του
Και στο μέλλον το δικό του!
 
Πάλι προβληματισμένος
Στη χαρτούρα του κρυμμένος
Σβήνει, γράφει, μελετάει
Πάνω – κάτω περπατάει
 
Ψάχνει μέσα στα βιβλία
Για να βρει τη σωτηρία
Και μετά πέφτει σιωπή!
Η μαμά του τον καλεί!
 
Ήρθε η ώρα να ξυπνήσει
Τ΄ όνειρο να σταματήσει.
Όμως τώρα το θυμόταν
Και στο δρόμο το σκεφτόταν!
 
«Θέλω εγώ να βρω τη λύση
Κι έτσι να σωθεί η φύση!»
Πρέπει όμως να κοπιάσει
Άμα θέλει να σπουδάσει.
 
Για να μη λέω όμως πολλά
Όλα τα όνειρα μετά
Με συντροφιά του το κλειδί
Τον οδηγούσανε εκεί!
 
Με την μελέτη την πολλή
Βρήκε μια δουλειά καλή
Και βοηθάει τον πλανήτη
Που ‘ναι το δικό του σπίτι!
 
Τώρα που έφτασε εκεί
Δεν ξεχνάει το κλειδί
Που από κει είχε ξεκινήσει
Όλα αυτά να κατακτήσει!
 
Κάθε μέρα που περνούσε
Έβλεπε πόσο αγαπούσε
-όσο κι αν δυσκολευόταν-
Τη δουλειά που ονειρευόταν!
 
Έτσι για να το τελειώνω
Ένα θα σας πω και μόνο
Της ευτυχίας το κλειδί
Βρίσκεται μέσα στην ψυχή!
Advertisements
This entry was posted in Ζαφειρία Ευφροσυνίδου, Παραμύθια, Σπιτι στην Καμαρα. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s