Ο δικός μου Kane* – του Κυριάκου Αναστασίου

Είχαν περάσει ήδη δεκαπέντε χρόνια. Τα απογεύματα τα έβγαζε πια στο σπίτι, μόνος του. Δίχως παρέα, δίχως θόρυβο, δίχως τηλεόραση. Δίχως γενικώς…
Το μόνο που τον κρατούσε ήταν μια σκέψη. Μια εικόνα του παρελθόντος που τη θυμόταν μόνο αυτός και ήταν ικανή να τον συντηρεί στη ζωή για καιρό ακόμα. Τον έκανε να πιστεύει πως άξιζε άλλη μια προσπάθεια, πως δεν έγιναν όλα μάταια. Πως θα αλλάξουν τα πράγματα και άλλες τέτοιες αηδίες. Πως η γενιά του δε πήγε χαμένη στον ορίζοντα, πως οι φίλοι του δε πρόδωσαν, δε λύγισαν… Στη πραγματικότητα είχαν χρόνια να τον πάρουν τηλέφωνο. Εκείνος όμως, μέσα του, τους αποκαλούσε φίλους άσχετα αν είχαν ξεπουληθεί στη συνήθεια, στη δουλειά, στο μεροκάματο, στα γραφεία της ασφάλειας, στη σειρά του ταμείου ανεργίας, στη τέχνη του κώλου, στα ξύλινα γραφεία, στην ανέγερση ονείρων, στα ιδεώδη της οικογένειας, στο χασίσι, σε κάποιο φουστάνι, σε ένα αδειανό πουκάμισο, κάπου, αόριστα…
Τους έβλεπε στο δρόμο να περνάνε δίπλα του και ντρεπόταν να τους μιλήσει. Δεν είχε κάτι να τους πει… Τους συνέδεε ένα κοινό παρελθόν και τίποτα άλλο. Αλλάξανε όλοι τους. Πρόδωσαν, ξεπουλήθηκαν, ξέχασαν, βολεύτηκαν, σαλπάρισαν για αλλού, πέθαναν…
Ήξερε πως κάπως έτσι θα κατέληγαν τα πράγματα αλλά δεν προσπαθούσε να τα αλλάξει. Τι να αλλάξει άλλωστε; Τον κόσμο; Την φυσική επιλογή; Την αυθάδεια του ανθρώπινου νου μπροστά στα όνειρά του; Καλύτερα να τελείωναν όλα εκεί. Μέσα στο αδειανό του σπίτι, μπροστά από τα διψασμένα του φυτά και τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες του πατέρα του στο μικρό τραπεζάκι. Το μέσο ήταν εκεί. Στο κλειδωμένο συρτάρι του μαζί με τις σημειώσεις του. Ένα καλολαδωμένο Luger. Αυτό αρκούσε. Χωρίς σημειώματα και άλλα ματαιόδοξα και εγωπαθή χαρτάκια. Φτάνει πια. Άλλωστε τι είναι ένας θάνατος ακόμη για όλους αυτούς; Ένα γύρισμα στη σελίδα της εφημερίδας, ένα φτύσιμο στα δάχτυλα.
Όμως κάθε βράδυ ερχόταν ξανά στο μυαλό του εκείνη η σκέψη που τον άρπαζε από τον λαιμό και τον τραβούσε έξω στο κήπο, από εκεί τον έσερνε στο δρόμο και από τον δρόμο τον παρατούσε αβοήθητο στο δάσος. Ένοιωθε σκουπιδάκι. Αδύναμος σα μικρό παιδί μπροστά της.
Τα πρωινά ξυπνούσε γυμνός μέσα στο δάσος χωρίς να θυμάται τίποτα. Οι γύρω κάτοικοι που τον έβλεπαν άρχισαν να κάνουν κουβέντες για τρέλα, για ναρκωτικά, για ανωμαλίες. Τα πράγματα δεν άργησαν να πάρουν το δρόμο τους…
Τα τηλέφωνα πήραν φωτιά από τα έντιμα και καθωσπρέπει ζόμπι και οι δυνάμεις του λευκού συστήματος παρέα με δυο τρεις γορίλες ήρθαν με εντάλματα, χαρτιά και εισαγγελείς για τη καθιερωμένη πασαρέλα τους.
Αρκετοί ήταν αυτοί που περίμεναν μάχη με τον τρελό, πυροβολισμούς, σάλια, βρισιές και τα ρέστα. Δυστυχώς για εκείνους δε συνέβη τίποτα. Αφού οι εντολοδόχοι χαρτογιακάδες, τα πιθηκοειδή, οι κοντυλοφόροι και τα γιατρουδάκια έσπασαν με ευγενέστατο τρόπο τη πόρτα, όρμησαν στο νεκρό σπίτι και σε λίγα λεπτά μπήκε και το φορείο. Βγήκε γρήγορα, σκεπασμένο με ένα σώμα πάνω του, ένα άψυχο σώμα, που σαν σε ταινία του Jodorowsky επέτρεπε να φεύγουν από τα κενά του λευκού σεντονιού σπουργίτια. Χιλιάδες σπουργίτια πετάριζαν και φεύγανε για το δάσος. Σίγουρα κάτι θα είχε εκεί, σκέφτηκαν όλοι… Πού να ήξεραν…
Το γεγονός δεν ακούστηκε πουθενά, κανένας δεν ζήτησε το νεκρό σώμα του, κανένας δε πήγε στη κηδεία που ποτέ δεν έγινε. Οι αρχές έκαναν κάποιο τυπικό έλεγχο στο σπίτι και δε βρήκαν τίποτα. Ανώμαλη ψυχή σε ανώμαλο σώμα, διατείνονταν οι τριγύρω. Έτσι φάνηκε…
Χρόνια μετά, το έρημο σπίτι είχε πάρει μυθικές διαστάσεις από τα παιδιά που έπαιζαν εκεί τριγύρω. Στοιχειωμένο, ζούνε φαντάσματα και άλλα τέτοια γνωστά ηρωικά παραμύθια που εμπεριέχουν συνήθως μεγάλη δόση αλήθειας. Ένας δεκατριάχρονος κάποια στιγμή, αποφάσισε να μπει στο σπίτι για τα μάτια μιας κοπέλας που ήθελε να τη κερδίσει. Θα ήταν ο πρώτος στην ιστορία του χωριού που θα τολμούσε κάτι τέτοιο και το γεγονός είχε πάρει από μόνο του μεγάλες διαστάσεις στους κόλπους των πιτσιρικάδων.
23 Ιουλίου, βράδυ. Γύρω στις έντεκα παρά, είχαν μαζευτεί όλοι, περίπου εκατό μέτρα μακριά από το ¨στοιχειωμένο¨ σπίτι και περίμεναν. Ο γενναίος πιτσιρικάς παρέα με τον φακό του ξεκινάει να μπει στο σπίτι. Όλοι μένουν βουβοί, μέσα σε αυτούς και εκείνη. Πριν ξεκινήσει γυρίζει το κεφάλι και της ρίχνει ένα βλέμμα, εκείνη του χαμογέλασε μάλλον από αμηχανία. Γνώριζε πως δε θα την ξαναέβλεπε ποτέ πια με τον ίδιο τρόπο, τόσο αυτήν όσο και τα πάντα γύρω του, κάτι μέσα τον έτρωγε από τότε που πήρε αυτή την απόφαση. Δε θα του έβγαινε σε καλό η παλληκαριά του.
Δεν έκανε ώρα για να μπει μέσα. Πέρασε τη χαμηλή περίφραξη, άνοιξε απαλά τη σαπισμένη πόρτα που λίγο ήθελε για να πέσει και μόλις μπήκε έκανε σινιάλο με το φακό στους άλλους για να δώσει σήμα πως τα κατάφερε άκουσε χειροκροτήματα και φωνές χωρίς όμως να δώσει σημασία. Προχώρησε φοβισμένα στο βάθος. Δεν είχε τίποτα. Ένα άδειο δωμάτιο γεμάτο ιστούς, νεκρά έντομα και σπουργίτια, πολλά νεκρά σπουργίτια. Αφού έκανε μια μικρή εξερεύνηση στο χώρο και δε βρήκε τίποτα αποφάσισε να φύγει. Ξαφνικά έτσι όπως κρατούσε το φακό του, φώτισε το πάτωμα και είδε ένα λευκό χαρτί. Πήγε προς το μέρος του, το σήκωσε το διάβασε. Δε κατάλαβε τι έλεγε και το έβαλε στη τσέπη του βιαστικά. Τότε ήταν που άρχισε να ακούει και μια παράξενη μουσική να έρχεται από κάπου απροσδιόριστα. Τρόμαξε. Έτρεξε στη πόρτα την άνοιξε και έφυγε τρέχοντας προς τους φίλους του που μια μέρα θα τον πρόδιδαν. Θα έπαιρνε όρκο πως βγαίνοντας πρέπει να άκουσε και φτερουγίσματα. Θαρρείς και τα σπουργίτια ξύπνησαν από λήθαργο.
Τον υποδέχθηκαν με χειροκροτήματα και φωνές, εκείνη έτρεξε πάνω του να τον αγκαλιάσει. Δε μπορούσε να μείνει λεπτό. Ήθελε να φύγει να πάει σπίτι του, να κλειστεί μέσα του και να αρχίσει να ψάχνει την άκρη του νήματος. Ήθελε να μάθει. Ήθελε να γνωρίσει. Κάτι είχε αρχίσει να γεννιέται μέσα του και κατάλαβε πια πως τα πράγματα γίνονται περίπλοκα.
Από εκείνη τη μέρα ο μικρός δε ξαναβγήκε από το σπίτι τους. Σχολείο και μετά πάλι σπίτι τρέχοντας. Δε μιλούσε σε κανέναν αλλά ούτε και οι άλλοι του μιλούσαν, τον κορόιδευαν και έλεγαν πως είναι τρελός. Μια ιστορία επαναλαμβάνεται με διαφορετικό σκηνικό, με διαφορετικά μάτια και με διαφορετικά μυαλά. Εκ πρώτης.
Τα χρόνια πέρασαν και πέρασε σε κάποια σχολή. Μακριά. Από τότε δε ξαναγύρισε. Χάθηκε από σπίτι και χωριό. Άλλοι είπαν πως πέθανε, άλλοι πως τρελάθηκε, άλλοι πως τα κονόμησε, άλλοι και τι δεν είπαν…
Δυο πράγματα ήθελε να μάθει πριν φύγει. Ποια ήταν εκείνη η μουσική που του καρφώθηκε στο μυαλό τότε. Τη στιγμή που ο χρόνος τον σημάδεψε. Τη στιγμή που το σύμπαν του έδειξε το δρόμο. Άκουσε πολύ μουσική μέχρι να τη βρει. Έγινε γνώστης μεγάλος και λάτρης της μελωδίας, ώσπου τελικά ανακάλυψε το κομμάτι. Ένα παλιό νανούρισμα που το τραγουδούσαν οι μανάδες στους μοναχογιούς, μόνο σε αυτούς, για να μην τους πάρουν οι μοίρες και τους αποτρελάνουν με τα κάλλη τους.
Για τη λέξη που βρήκε στο χαρτί δε μπόρεσε να βγάλει άκρη. Ρώτησε πολλούς, διάβασε πολύ, αναζήτησε… Δε βρήκε καμία απάντηση. Έτσι φεύγοντας από το φοιτητικό του διαμέρισμα για τελευταία φορά, μέσα στο άδειο συρτάρι δίπλα στο Luger που αγόρασε άφησε και ένα κιτρινισμένο χαρτί, έτοιμο να γίνει θρύψαλα, που πάνω του είχε γραμμένο με στρογγυλά κόκκινα γράμμα τη λέξη ROSEBUD. Έτσι το βρήκε και τόσα χρόνια το φυλούσε προσεκτικά. Ευχήθηκε να μη το βρει κανένας και ζήσει μια ζωή χαλασμένη.
Έπειτα, έβγαλε τα ρούχα του, έμεινε γυμνός στο δωμάτιο και άφησε μια δύναμη να τον αρπάξει από τον λαιμό και να τον τραβήξει έξω στο πεζοδρόμιο, που κάλλιστα θα μπορούσε να μετατραπεί σε κήπο , από εκεί τον έσυρε στο δρόμο που ήταν άδειος από κίνηση και τέλος τον παράτησε αβοήθητο στο ετοιμοθάνατο άλσος που βρίσκονταν λίγο έξω από την πόλη με σκοπό να ρουφάει το δηλητηριώδες αέριο που η τελευταία εξέπεμπε.
Ένοιωθε σκουπιδάκι. Αδύναμος σα μικρό παιδί μπροστά της…

*Στη μνήμη εκείνου που προσπάθησε πολλά για να καταφέρει τίποτα

Advertisements
This entry was posted in Αφηγημα, Κυριακος Αναστασιου and tagged , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s