ΔΑΧΤΥΛΙΔΑΚΙΑ ΓΑΛΑΝΑ – του Κυριάκου Αναστασίου

Εκείνη γεννήθηκε καλοκαίρι, για να πάρει το χρώμα του, τη μυρωδιά του και κάποια ποιήματα του Ελύτη ανάμεσα στα μπλεγμένα της μαλλιά. Στα είκοσι της δεν είχε πολλά πράγματα για να πιστέψει. Παράτησε σπουδές και μαθήματα, έβγαζε κανένα φράγκο πουλώντας βραχιόλια και σκουλαρίκια που έφτιαχνε η ίδια, τα ατέλειωτα βράδια, στο δώμα που νοίκιαζε στο λερό υπόγειο της Παναγιωτάκου.
Εκείνος γεννήθηκε χειμώνα, την ίδια χρονιά με αυτήν, για να μάθει να αντέχει στα κρύα που θα βρει στο διάβα του, να φυλάγεται απο τους λαθροκυνηγούς και να χαζεύει κρυφά το κοριτσάκι που πουλάει σπίρτα στη παγωμένη γωνία. Απο ποιήματα δε σκάμπαζε και πολλά είχε δει όμως μικρός σε μια σκοτεινή αίθουσα κάποιον τύπο που του χάραξε τη ζωή. Τον έλεγαν Ricky, κάπνιζε πολύ και ήταν σοβαρός.
Η ζωή της περνούσε χωρίς κίνητρα, ίσα να κυλάει ο καιρός και να αφήνει σημάδια πάνω της. Στα μάτια, στις παλάμες, στο σώμα. Κάπου βολεύτηκε και σταμάτησε να το φιλοσοφεί πια. «Μια ζωή που΄ναι να βγει ας βγει» σκεφτόταν και έκανε ένα σωρό μαλακίες που στα δεκάξι της δε θα τολμούσε να φανταστεί. Διασκέδαση που δε την άγγιζε, παρέες της μπουρμπουλήθρας, αντρικά σώματα χωρίς μάτια και ψυχή. Ήταν όμως λεφτάδες, είχε ένα αντίτιμο όλο αυτό. Οι απόψεις της πήγαν περίπατο μαζί με την εφηβική της ορμή. Τα νύχια της είχαν πλέον πάρει ένα χρώμα που σε προϊδέαζαν για άτομο επικίνδυνο. Το καταλάβαινε και η ίδια πως μεταλλάσσονταν σε αυτό που κάποτε έφτυνε αλλά την είχαν κουράσει όλα. Αγώνας, πεζοδρόμια, μεροκάματο, πλακάτ, κυνηγητό με τους μπάτσους, το ανοιγμένο της κεφάλι, η απογοήτευση… Ήταν και εκείνα τα καταραμένα ποιήματα. Τί πήγε στραβά και έπεσαν στα χέρια της; Καββαδίας, Καρυωτάκης, Παλαμάς. Οι αγαπημένοι της. Ταξιδευτές που την έπαιρναν μαζί τους σε ένα ταξίδι φωτεινό, μακριά απο όλα αυτά. Ήρθε η στιγμή που τους μίσησε. Αν δεν ήταν όλοι αυτοί δε θα έμπαινε ποτέ σε τέτοιου είδους μονοπάτια. Μια λάθος στιγμή και εκεί που είσαι ανέμελος έφηβος και τρέχεις με τις παρέες σου κάτι συμβαίνει και πέφτει στα χέρια σου το λάθος βιβλίο που σου αλλάζει τη ζωή. Δε συμβαίνει σε όλους αυτό. Άλλοι συνεχίζουν να τρέχουν μια ζωή με παρέες και στο τέλος κάτι συμβαίνει, δε μπορούν να τρέξουν άλλο πια, αρχίζουν να βαδίζουν όλο και πιο αργά μέχρι που δεν αντέχουν άλλο και πεθαίνουν. » Άνεργη τη ζωή να ζούσα κι έρμη…». Τα έσβησε όλα μονοκοντυλιά. Τώρα τη δουλειά την ήθελε και τη παίνευε. Αλλάζουνε οι άνθρωποι, αλλά σε αυτήν η αλλαγή ήταν ραγδαία.
Με τα χρόνια βρήκε κάποιον και τον παντρεύτηκε. Ήταν δεν ήταν τριανταπέντε. Στιλάτη και μοντέρνα, μαλλί περιποιημένο και τσιγάρο ελαφρύ στο χέρι, όπως αρμόζει σε τέτοιου είδους γυναίκες, τις χειραφετημένες με σήμα το πορτοφόλι. Η δουλειά της ήταν σε γραφείο. Την είχε βάλει εκεί ο άντρας της. Λίγες ευθύνες, μεγάλη φιγούρα και πολλά φράγκα. Το στόμα της πλέον δεν έλεγε να ανοίξει για τίποτα. Δεν ήθελε να φωνάξει για κάτι. Βολεμένη κάπου ανάμεσα σε έρωτα κονσέρβα, χλιδάτες διακοπές με σαγιονάρα φλου αρτιστικ τα καλοκαίρια και σάπιες μνήμες απολάμβανε τη ραστώνη μιας ζωής που δεν οδηγούσε πουθενά.
Η ζωή του, δεν του επεφύλασσε πολλές εκπλήξεις. Η δουλειά μια βραχνή φωνή στο αυτί του κάθε πρωί όπως και οι δυο φίλοι του που έχασε απο καρκίνο με έξι μήνες διαφορά. Με δυσκολία έβγαζε το μήνα. Τα τσιγάρα του άρχισε να τα μετράει και όποτε μπορούσε έκανε καμιά τράκα. Τα μαλλιά του τα είχε ακόμη μακριά όπως τότε στα δεκαέξι. Τη μνήμη του δε τη πρόδιδε ποτέ, ούτε και τη πρώτη του νιότη. Τα χρόνια της χολέρας τα είχε φάει με το κουτάλι και τον είχαν γεμίσει σημάδια βαθειά στη ψυχή του που δεν τον άφηναν σε ηρεμία. Ο καιρός πέρασε και τον ξέρασε σε ένα κόσμο που καμία σχέση δεν είχε με αυτό που φαντάστηκε. Κάτι τύποι με αντρικά ρούχα υποστήριζαν φανατικά το φύλο τους πίσω απο γκισέ και χαρτοφύλακες γεμάτους ανέραστα όνειρα. Οι γυναίκες του έφερναν γέλια. Κότες πασαλειμμένες με ρουζ. Οι προδιαγραφές θανάτου που ζητούσε απο αυτές είχαν μετατραπεί σε ζαρτιέρες, σκισμένα μπλουτζίν και μυαλό γεμάτο σιλικόνη. Πεθαμένες μα δεν το είχαν μάθει ακόμα.
Μόνη του διέξοδος η σκοτεινή αίθουσα. Προσπαθούσαν και αυτή να τη μετατρέψουν σε σουπερ μάρκετ αλλά ευτυχώς για αυτόν κάποιοι αντιστέκονταν ακόμη. Έμπαινε μέσα, άραζε στο βαθύ και ξεφτισμένο πια κάθισμα και επικοινωνούσε με όλους αυτούς που τον ανέβαζαν παλιά ψηλά. Μιλούσε με όλους εκείνους που δημιούργησαν τον κόσμο του. Ο Ricky, η Gilda, η Laura, η ilsa, ο Norman, ο Jeff,o Johnny Guitar … όλοι τους ήταν εκεί, πιστοί στο ραντεβού τους και δεν τον απογοήτευαν ποτέ. Έτοιμοι να πεθάνουν για αυτόν όπως ο Bishop και η άγρια συμμορία του. Ο κόσμος του ,περιέργως, έσβηνε όταν τα φώτα άνοιγαν. Τότε που όλοι φεύγανε για να πάνε στα σπίτια τους και να κοιμηθούνε ακολουθώντας τον ανεξήγητο κιρκαδιανό ρυθμό που δε χωράει ερωτήσεις και γιατί. Το τέλος ήταν μαρτύριο. Εξαφανιζόταν η λεπτή λευκή γραμμή που έκανε την αιωρούμενη σκόνη να μοιάζει με σπάνια διαμάντια και τον ανάγκαζε να βγει έξω στη κόλαση, να αντικρύσει κάτι γελοία προσωπεία και να υποκρίνεται πως επικοινωνεί μαζί τους. Ίσως για αυτό να λάτρευε το σκοτάδι. Στο σκοτάδι γεννιότανε και πεθαίνανε όλοι οι ήρωες του. Φεύγανε αμόλυντοι, καθαροί και ερωτευμένοι.
Το είχε αποφασίσει πια πως κάπως έτσι θα ζήσει. Μέχρι να έρθει το τέλος, όπως και αν αυτό έρθει. «Frankly, my dear, I don’t give a damn». Χάρες δεν έκανε ούτε στον εαυτό του. Τριανταπέντε και ένοιωθε γερασμένος. Τα νιάτα του τα τσάκισαν σε σχολεία χασάπικα που τον έκαναν να σιχαθεί τα βιβλία, σε στρατόπεδα που τον ομαδοποιούσαν με τυχαίες γελοίες φιγούρες αφαιρώντας του όποιο στοιχείο προσωπικότητας, σε ιδρύματα και σχολές μικρογραφίες κέντρων προπαγάνδας και εξουσιαστικού βολονταρισμού. Σε χώρους εργασίας όπου τον αντιμετώπιζαν σαν ένα μικρό γρανάζι κάποιας παλιάς μηχανής. Δεν άντεξε άλλο. Δυο δρόμους είχε πια. Τον δρόμο του σκασμού και της ησυχίας και τον άλλον της αμφισβήτησης, του ξύλου και της προσαγωγής. Διάλεξε τον πρώτο μιας και θεωρούσε πως ο δεύτερος ήταν ότι βόλευε τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή το σύστημα που περιτριγύριζε αυτόν και κάποιους άλλους μακρινούς «συγγενείς» του.
Μπορούσε να τριγυρίζει με τις ώρες στο τεράστιο σπίτι της και να τακτοποιεί βάση ανατολικών φιλοσοφιών διάφορα έπιπλα ώστε να της αποφέρουν ακόμη περισσότερες στιγμές ευτυχίας. Υπήρχε όμως ένα σημείο που όποτε περνούσε απο εκεί, την φόβιζε. Ήταν η βιβλιοθήκη της, όπου ανάμεσα στα βιβλία του άντρα της πάνω σε λογύδρια πολιτικών και βιογραφιών δήθεν σταρ του τραγουδιού και των movies, υπήρχαν δυο τρία δικά της. Τα είχε παραχώσει στο βάθος του τελευταίου ραφιού. Πάνω αριστερά για να μην φαίνονται. Ήξερε πως είναι εκεί. Ακόμα και αν δεν τα έβλεπε, μόνο που γνώριζε πως ήταν εκεί της έφερναν τρόμο. » Σιχαίνεται το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά / εμούντζωσε τη θάλασσα και την εκατουράει… » . Όλα αυτά την κυνηγούσαν. Στίχοι – στοιχειά. Τα βράδια της ήταν μια μάχη με το παρελθόν της, με τις μνήμες της, με τους παλιούς εραστές της, με τη παρέα στο λύκειο, με το πρώτο της φιλί, με το τελευταίο αληθινό «σ΄αγαπώ» στα είκοσι, το τελευταίο ξέγνοιαστο καλοκαίρι, ο Σεπτέμβρης λίγο πριν καρφώσει η Ρίτα τον μεγάλο καθρέφτη του σαλονιού στο κεφαλάκι του πατέρα της, χαμένη νιότη.
Ζούσε σε μια πλάνη αλλά δε μπορούσε να το απολαύσει. Η λοβοτομή άλλοτε πετυχαίνει και άλλοτε όχι. Σε αυτήν η εγχείρηση απέτυχε. Συνέχιζε κάπου μέσα της βαθειά να είναι απο τους άλλους. Απο εκείνους που τα βράδια κατεβαίνουν απο τα βουνά στις πόλεις και αναζητούν τα όνειρά τους σε τενεκέδες και υγρά πεζοδρόμια. Σε σπίτια που ξεχειλίζουν αρρώστια και καμένα μυαλά. Σε νέους που απο ντροπή δε βγήκαν ποτέ να μιλήσουν για τα βασανιστήρια ψυχών που έχουν δει ή έχουν περάσει. Ο άνθρωπος που βάφτισε για σύζυγο ζούσε άλλη ζωή στον ίδιο μικρόκοσμο του σπιρτόκουτού τους. Δουλειά, σεξ, ζαρτιέρα το σαββατόβραδο, την Κυριακή οικογενειάρχης σε ταβέρνα με μπουζουκάκι, αντάρτικο, ρετσίνα και απο Δευτέρα εργασία, κοινωνική αναγνώριση, ξανθιά ερωμένη και η ζωή να κυλάει αφρός στα δάχτυλα του ναύτη…
Σηκώνεται απο το κρεβάτι, φοράει το παλιό της τζιν και μια μπλούζα που βρήκε. Έφυγε αναστατωμένη χωρίς χρήματα, κινητό και τσάντα. Θυμήθηκε όμως να πάρει το χάπι της για τη κατάθλιψη. Την έπεισε το λευκό και αμόλυντο σύστημα πως ήταν άρρωστη και έπρεπε να οδηγηθεί στην αποχαύνωση μέσω του πιο απλού, εύκολου και πολυέξοδου τρόπου. Ήξερε πού θα πάει. Στα παλιά της τα λημέρια, όπου σύχναζε όλη η παρέα. Χτύπησε πόρτες αλλά τις μισές τις βρήκε σφραγισμένες και τις άλλες μισές πεσμένες κάτω και τα σπίτια άδεια. Δεν αναρωτήθηκε πού πήγαν όλοι. Θα ήταν η πιο ηλίθια ερώτηση που θα μπορούσε να κάνει εκείνη τη στιγμή. Απλώς συνειδητοποίησε λίγο αργά για εκείνη, πως τα πράγματα είχαν αλλάξει. Οι παλιοί της φίλοι φύγαν για πάντα. Τα όνειρα που έκανε πριν δεκαπέντε χρόνια είχαν αλλάξει όνομα, ηλικία, συνθήκες διαβίωσης, λεξιλόγιο… Οι νεκροί δεν μπορούν να μιλήσουν. Δε μπορεί κανείς να τη βρίσει και να τη χλευάσει για αυτό που έγινε και έτσι γλυτώνει τη ντροπή. Παρόλα αυτά οι επιλογές δεν είναι πολλές μπροστά της. Ο γκρεμιστής ήταν ξοπίσω της και της έλεγε βρομόλογα στο αυτί. Να σκοτώσει, να αυτοκτονήσει, να πνίξει τα παιδιά της. Όλα θα άλλαζαν απόψε ή θα έμεναν απαράλλακτα μέχρι να την αγγίξει ο θάνατος κάποιο βροχερό απόγευμα στα βαθειά της γεράματα.
Εκείνο το βράδυ είχε πάει στην αίθουσα του φίλου του, που καμιά φορά τον άφηνε να μπαίνει μέσα στο τζάμπα. Αυτή η βραδιά ήταν μια απο εκείνες τις φορές. Στο πανί για άλλη μια φορά η » Casablanca» . Πόσες φορές πια; Τα τσιγάρα έτοιμα να πέσουν απο το στόμα, τα αεροπλάνα να φεύγουν απαλά το ένα μετά το άλλο, το μπαρ του Ricky να σφύζει απο ζωντάνια και ερωτισμό, ο πιανίστας σε μεγάλες στιγμές και οι δυο τους συναντιούνται ξανά μετά απο καιρό. Τότε ήταν στο Παρίσι. Εκείνος δε τη ξεπέρασε ποτέ, οι μεγάλοι άντρες ερωτεύονται μια φορά και το σ΄αγαπώ το λένε μόνο σε μια γυναίκα. Σωστή ή λάθος δεν έχει σημασία. Εκείνη αγάπησε ξανά και παντρεύτηκε, ή έτσι τουλάχιστον πίστεψε. Συναντιούνται ξανά, κάποιος πρέπει να θυσιαστεί, δεν είναι τα πάντα στη ζωή ο έρωτας ή έτσι ήθελε να πιστέψει…
Η ταινία τελείωσε, βγήκε στο δρόμο και ανασαίνοντας βαριά σκέφτηκε το δικό του Παρίσι. Θα το έχει και αυτός για πάντα μέσα του. Περπάτησε αρκετά μέσα στη νύχτα. Οι δρόμοι βρεγμένοι απο ένα χαζόβροχο που ζάλισε τους οδηγούς. Προσπέρασε άστεγους και πρεζόνια που μάταια έψαχναν κάποιο φιλεύσπλαχνο θύμα να τους πληρώσει μερίδιο απο την επόμενη δόση τους. Έπειτα πέρασε απο το Κατερινάκι. Της άφησε γύρω στα πενήντα ευρώ για να πάρει κάτι να φάει τις επόμενες μέρες. Δεν χτύπησε κουδούνι. Άφησε τα χρήματα κάτω απο τη πόρτα αθόρυβα και έφυγε. Στη Κατερίνα έβλεπε τον εαυτό του νέο. Μαγκάκι η Κατερίνα και μετρημένη, άσε που της άρεσε τρελά το noir, δε μπορεί να είναι σύμπτωση έλεγε μέσα του. Δε φοβήθηκε τη ζωή αλλά η τελευταία της έπαιξε μεγάλη πουστιά. Της προσέφερε απλόχερα δυο μορφές καρκίνου. Μόλις το έμαθε λούφαξε και περίμενε το θάνατο. Εκείνα τα χρήματα δε θα τα έπαιρνε ποτέ. Το ίδιο βράδυ θα άνοιγε το παράθυρο, θα έπαιρνε δυο βαθιές ανάσες, θα κοιτούσε στον ουρανό τη μάνα της να της γνέφει και θα πετούσε στην άσφαλτο. Για καλή του τύχη δε θα το μάθαινε ποτέ.
Συνεχίζοντας τη βόλτα του πήγε στο παρκάκι της παλιάς του γειτονιάς. Εκεί όπου είχε κερδίσει τα πρώτα του σημάδια στα γόνατα απο τα χαλίκια, τα πρώτα πονηρά αγγίγματα και τις κουβέντες για τη στάση της ζωής που θα ερχότανε. Τα όνειρα που έμελε να πεθάνουν πρώτα. Ξανά μετά απο χρόνια στη Παναγιωτάκου και στο μεταμορφωμένο της, πια, παρκάκι . Άραξε στο τρίτο παγκάκι απο τα δεξιά. Εκεί καθόταν πάντα η παρέα. Ανέβασε τα πόδια και τα έφερε κοντά στο πρόσωπό του. Σε εμβρυακή στάση τώρα μετέφερε το παρών του στο παρελθόν. Τους βρήκε όλους εκεί. Τον Μάνο τον ασπρουλιάρη, τον Νίκο τον κατοστάρη και τον Αλέξη τον ασπιρινάκια. Τα είπανε για ώρα και γελούσανε με τη καρδιά τους. Χαμόγελα, ματιές, φωνές, μπουνιές, λόγια, φιλιά, αγκαλιές. Όλα αυτά σε ένα παγκάκι. Όλα αυτά σε μια ηλικία που έφυγε και τα πήρε όλα μαζί της, όπως εκείνο το καλοκαίρι του Ελύτη. Όταν είσαι νέος όλα είναι υπέροχα.
Άνοιξε τα μάτια του και στο απέναντι παγκάκι ήταν καθισμένη μια τύπισσα. Τον κοιτούσε όση ώρα εκείνος ταξίδευε με τη παρέα. Πρώτη φορά την είχε δει. Πάνω κάτω πρέπει να ήταν στα ίδια χρόνια με αυτόν. Συνέχιζε να την κοιτάει χωρίς να σηκωθεί. Το ίδιο και εκείνη.
Τον είχε απέναντί της και δε του μιλούσε. Τί να του πει; Χρόνια είχε να τον δει. Για επτά μήνες τον αγαπούσε τρελά, χωρίς εκείνος να το μάθει ποτέ. Δεν γνωρίστηκαν ποτέ. Παιδιά. Τώρα τον έχει απέναντί της. Ένας ξοφλημένος τριαντάρης, χωρίς μέλλον, δουλειά και όνειρα. Συνέχιζε να τον κοιτάει ακίνητη. Ήταν ακόμη πολύ όμορφος αν και παραήταν αδύνατος…
Δεν είχε όρεξη για παιχνίδια. Άσε που το ψιλόβροχο άρχισε πάλι και τώρα σταδιακά δυνάμωνε. Τα μαλλιά του έπεφταν στο πρόσωπό του. Κάτι μέσα του έλεγε πως την ήξερε. Σίγουρα την ήξερε. Την κοίταξε καλύτερα. Βέβαια. Μεγάλη του αγάπη για ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Δεν το προχώρησε ποτέ. Ένοιωθε λίγος μπροστά της. Παιδιά. Τώρα την έχει απέναντί του. Μια καλοβαλμένη τριαντάρα, που θα ΄χει αρπαχτεί με τον άντρα της και ήρθε να ηρεμήσει στο κοντινό παρκάκι. Τί να σκαλίζει τώρα.
Η βροχή πια, την είχε κάνει μούσκεμα. Παρόλα αυτά , συνέχιζε να κάθεται απέναντί του και να τον κοιτάει. Δε ξεχώριζες αν εκείνες οι γραμμούλες στα μάγουλά της ήταν δάκρυα ή νερό της βροχής. Ήθελε να μείνει εκεί για πάντα. Μαζί με αυτόν ή μόνη της, λίγη σημασία είχε. Μια ζωή χαμένη. Μια ζωή χαμένη. Αυτό κατάφερε. Πέρα απο λίγες χειροβομβίδες, μια ληστεία μετά φόνου και μια πετυχημένη καριέρα, δε κατάφερε άλλο τίποτα στη ζωή της. Δεν ήταν ούτε σαράντα. » Φίλε, η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε…». Γαμημένοι ποιητές, σκέφτηκε.
Ξημέρωνε σιγά. Σηκώθηκε μούσκεμα απο το παγκάκι και προχώρησε προς το μέρος της. Έφτασε μπροστά της και χαμήλωσε. Άπλωσε το χέρι του και την άγγιξε ελαφρά στο μάγουλο. Σήκωσε το πρόσωπό της και τον κοίταξε ίσια στα μάτια. Έβγαλε το τελευταίο του τσιγάρο, το ακούμπησε στα χείλη του και πριν το ανάψει της είπε : » θα έχουμε για πάντα το Παρίσι». Έφυγε χωρίς να πει τίποτα άλλο. Την άφησε στο παγκάκι γνωρίζοντας πως δε θα τη ξαναδεί ποτέ ξανά.
Τον έβλεπε να απομακρύνεται και δεν έκανε τίποτα. Ήξερε πως σε λίγες ώρες θα ξυπνούσε ο άντρας της και θα την έψαχνε. Έπρεπε να πάει σπίτι της, άλλωστε το ραντεβού με το θάνατο αργούσε. Το μόνο που αποφάσισε να κάνει ήταν να πετάξει εκείνα τα βιβλία που της έφερναν στο νου τέρατα και να στρωθεί στη δουλειά ώστε να επιτύχει τον επόμενο επαγγελματικό της στόχο. Επέκταση της εταιρείας και στη Βόρεια Ευρώπη. Στιγμιαία της ήρθε στο μυαλό ο στίχος : » Αν έρθει κανείς τη πλάκα μας να χτυπήσει/ θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει…». Γέλασε και τον ξέγραψε μια κι έξω…

Advertisements
This entry was posted in Αφηγημα, Κυριάκος Αναστασίου and tagged , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s