Για τα παιδιά που χάθηκαν – του Κ.Αναστασίου

aspromavri11       Τα πιο ωραία παραμύθια, απ’ όσα μου χεις διηγηθεί, είναι εκείνα που μιλούσαν για τα παιδιά που ‘χουν χαθεί. Εκείνα τα βράδια που αράζαμε στο μπαλκονάκι μου, με άδεια κουτάκια μπύρας μπροστά μας και μιλούσαμε ώρες ατέλειωτες, πιστεύοντας πως δεν θα τελειώσει ποτέ το «τότε». Εσύ κοπέλα και εγώ με μακριά μαλλιά. Είδες που πέσαμε έξω; Τελείωσε και μάλιστα γρήγορα. Αθόρυβα. Ύπουλα… Μας ξέρασε εκεί, λίγο πριν τα τριάντα και μας άφησε μετέωρους να μη ξέρουμε πού να πάμε και τί να αγαπήσουμε.

      Έρχομαι λοιπόν ξανά να σου θυμίσω εκείνα τα παιδιά. Τα παιδιά που χάθηκαν στο στοιχειωμένο δάσος, σε καράβια του πελάγους, σε αχυρώνες, στις λίμνες του βορρά, στις αγορές της Αφρικής , στου δράκου το πηγάδι. Τα παιδιά που κλείστηκαν σε γραφεία με γραβάτες και χαρτοφύλακες απο δέρμα, που νεκρώθηκαν πνευματικά σε πανεπιστημιακά κέντρα, που παρασύρθηκαν απο το ποτάμι της πόλης σα σκουπίδια, που αγκυλώθηκαν απο την αγάπη και μπλέχτηκαν σε αγέλες περίεργες, που κάθε Κυριακή ουρλιάζουν στα γήπεδα εκτονώνοντας την οργή μιας ζωής, που ντρέπονται για αυτό που έγιναν αλλά έμαθαν να ζουν με αυτό.

             Τέτοιες φιγούρες μας περικυκλώνουν καθημερινά και στενεύουν ολοένα και περισσότερο το κλοιό γύρω μας. Είναι να απορείς πως αντέχουμε ακόμα. Κάποτε όλοι αυτοί ήταν φίλοι μας, θυμάσαι; Παίζαμε μαζί τα καλοκαίρια μέχρι αργά το βράδυ και το χειμώνα καθόμασταν στην ίδια θέση στο λεωφορείο. Αργότερα αρχίσαμε να ερωτευόμαστε αυτά τα παιδιά ή να δημιουργούμε πιο ισχυρούς δεσμούς μεταξύ μας. Φιλία. Αντρική φιλία. Έτσι όπως την περιέγραψε ωραία η Γώγου. Μετά χαθήκαμε. Ξαφνικά. Πανεπιστήμια, απόσταση, χιλιόμετρα, τηλέφωνα, σπασμένα μηνύματα, κομμένα λόγια, ξύλινα «χρόνια πολλά»… Τα αγόρια πήγανε στρατό και γύρισαν πιο άντρες απο ποτέ ενώ τα κορίτσια ωρίμασαν ξαφνικά με έναν- δυο γκόμενους της πλάκας, make-up απο Αγγλία, τσιγαράκι και πτυχία με το τσουβάλι. Αυτό ήταν, κάπου εκεί αλλάζει η ιστορία και μένεις μόνος σου σε ένα παγκάκι, σε κάποιο απόμερο και βρώμικο πάρκο να αναρωτιέσαι.
Τους ξαναείδαμε όλους αυτούς μετά απο χρόνια. Με τη πρώτη ρυτίδα έτοιμη να οργώσει το τίμιο κούτελό τους, πίσω απο γκισέ, πίσω απο γραφεία με βαριά καρέκλα, σε καρτελάκια προεκλογικών αγώνων, σε ψηφοδέλτια, σε ταβέρνες να μιλάνε για κρίσεις και αρρώστιες, φανατικούς τρελών εξουσιαστών, κρατώντας σημαίες επικίνδυνες στα χέρια, απογοητευμένους, παραδωμένους σε ολοκληρωτικές σκέψεις, σε τηλεοπτικά κανάλια να αρθρώνουν με το ζόρι ολοκληρωμένες προτάσεις για το μέλλον της χώρας, χιμπαντζήδες σε κλουβιά, γκόμενες σε μπαρ με μίνι φούστα και σφηνάκι το ένα μετά το άλλο, σε θεατρικές παραστάσεις με ανησυχίες του κώλου, ταμίες να μετράνε βρώμικα λεφτά, πίσω απο παράφωνα μικρόφωνα. Χοντρούς. Ανέραστες. Λιγούρηδες για ζωή. Σαν έτοιμοι απο καιρό για θάνατο που δε πονάει, για ύπνο που δε σε ξυπνάει, για χρήμα που δε σε χορταίνει, σα θαρραλέοι ποντικοί. Αποχαιρέτησαν νωρίς την Αλεξάνδρεια που πάντα είχαν χαμένη και ξεκίνησαν ταξίδι για Νέα Υόρκη, the American dream. Δεν είναι κακό. Κάλλιο να έρθει έστω και αργά το ξεβράκωμα, παρά ποτέ.

Ακόμα μου ζητάς να τους συμπαθήσω, να μάθω να ζω με αυτό και να μη τους δίνω σημασία. Κάπου σκέφτομαι πως έχεις δίκιο. Ίσως έτσι να ήταν πιο σωστό. Πρέπει να πάψεις να ασχολείσαι με αυτούς εκεί κάτω, όσο τους δίνεις σημασία τόσο πιο πολύ μπαίνουν στη ζωή σου και στη ζωή μας και στο τέλος, δε ξέρω πώς γίνεται αυτό, αλλά τρως όλη σου τη ζωή με αυτούς. Σε φέρνουν στο σημείο να τους παρακολουθείς εσύ και όχι αυτοί εσένα. Αυτή είναι η παγίδα τους. Και ξέρεις κάτι, δε νομίζω ότι ενδιαφέρονται για εμάς… Κανείς δεν ενδιαφέρεται…

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Άλλωστε οι κάμερες έχουν χαλάσει εδώ και χρόνια και κανείς δε μας καταγράφει. Ποντίκια φάγανε , λέει, τα καλώδια… Παραμύθια. Εδώ δεν υπάρχουν ποντίκια, ούτε άλλα ζώα. Μόνο κάτι κατσαρίδες σέρνονται ανάπηρες στις φαγωμένες γωνίες του μυαλού μας και μας ζητάνε μάταια ένα κόκκο ζάχαρης ή μια στάλα ουίσκι.

Εσύ μου ζητάς να μείνω. Να γίνω σαν αυτούς. Να ζητάω μια κάμερα να με παρακολουθεί για να νοιώθω ότι υπάρχω, ότι έχω αξία, και έναν να με πληρώνει για να κρύβω τις τύψεις μου που δε μπορώ να βρω δουλειά σε μια κοινωνία υπό κατάρρευση και ένα κόσμο παράλυτο που βρωμάει πετρέλαιο απ’ άκρη σε άκρη. Άσε με όμως, άμα θέλεις, να κάνω μια τελευταία βόλτα. Να βγω έξω, να βρω τους φίλους μου, τους παλιούς μου φίλους. Να ξαναπαίξουμε για λίγο. Δε μπορεί, κάπου θα υπάρχουν, το νοιώθω. Απλώς θα έχουνε κρυφτεί και αυτοί κάπου καλά, σαν εμένα. Για αυτό δε μπορώ να τους βρω. Ο Νίκος θα έχει χωθεί σε κανένα ετοιμόρροπο εγκαταλελειμμένο σπίτι μέχρι να καταλαγιάσει ο θάνατος και θα γράφει ποιήματα, η Λένα με τη κιθάρα της θα την έχει κάνει για αλλού γενικώς, ενώ ο Βασίλης θα ξαπλώνει στα μπούτια καμιάς πλούσιας κυριλέ γκομενίτσας, πάντα έτσι ήταν αυτός. Ίσως, βέβαια και να μην πάω πολύ μακριά… Ίσως και αυτοί να έγιναν σα τα παιδιά που σου περιέγραψα παραπάνω… Μια τελευταία βόλτα πριν τη νάρκωση. Ένα βλέμμα έξω απο το παράθυρο του νοσοκομείου, χαζεύοντας το φεγγάρι ( τη ζωή που αργοχάνεται απο τα δάχτυλα δηλαδή) πριν την τελευταία εγχείρηση, με το δάκρυ να κυλάει στο μάγουλο χαράζοντάς το σαν οξύ. Λίγη ζωή ρε γαμώτο. Λίγη…

Υπάρχουν παιδιά στο Σείριο, έτσι;

Για τα παιδιά που χάθηκαν λοιπόν… Για τα παιδιά που παραμένουν ανένταχτα, έξω απο στημένη διασκέδαση, στημένα φλερτ της σειράς, στημένες ματιές, στημένες δουλειές, στημένες ανεργίες. Έξω απο στημένη ζωή. Για τα παιδιά που κατεβαίνουν νύχτα απο τα βουνά στη πόλη και διεκδικούν καρδιές και όνειρα. Δεν έχει σημασία αν κερδίζουν ή χάνουν. Είπαμε, σημασία έχει » όχι πια εδώ». Για τα παιδιά που έμειναν έξω απο τα πολιτικά σουπερ μάρκετ της κονσερβοποίησης και της ρετσέτας. Για τα παιδιά που δε χώρεσαν ποτέ σε ομαδούλες, παρέες, κόμματα, οργανώσεις. Για τα παιδιά που κάθε φωτιά που άναβαν έκαιγε πρώτα το δικό τους όνειρο και μετά όλο το κόσμο. Για τα παιδιά που βρήκαν τη Μαρία να περιηγείται τη μητρόπολη των νερών ετοιμόγεννη. Για τα παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς να γίνουν κατεστημένο και μένανε μια ζωή στην απέξω, δίχως όμως να περιμένουν να αρπάξουν κανένα κοκαλάκι των μέσα. Για τα παιδιά που αγάπησαν και φύγανε χαμογελαστά. Για τα παιδιά που αποχώρησαν απο επιλογή, μην αντέχοντας άλλο. Για τα παιδιά που δε μπόρεσαν να σε ακολουθήσουν γιατί σε αγάπησαν. Για τα παιδιά που χάθηκαν, έτσι, γενικώς…

   ( φώτο : Γιάννης Σκιαθίτης)

Advertisements
This entry was posted in Ιαχές, Κυριακος Αναστασιου and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s