Με τα φαντάσματα – του Κυριάκου Αναστασίου

Απόψε θέλω να μεθύσω, αλλά όχι με σφηνάκια και άλλες τέτοιες μαλακίες. Μόνο κρασί. Κόκκινο, γλυκό, κρασί… Να τρέχει στο λαιμό και στο σαγόνι το κόκκινο αίμα και να με κάνει βρικόλακα και αναστημένο τύραννο. Σταφύλι και ποτήρι να γίνουν ένα. Να σηκώσω το γυαλί και χωρίς κουβέντα να ρίξω το φάρμακο στο στομάχι μου. Μονομιάς.
Ν’ αρχίσω να ανταμώνω με όλους εκείνους. Έστω για μια βραδιά. Δεν είναι και λίγο. Να τους δω στα πεταχτά, να ρωτήσω νέα τους, να μάθουν τα δικά μου. Χαμένοι όλοι από καιρό, άλλοι μπλεγμένοι στις δουλειές τους, άλλοι στις ανεργίες τους να ψάχνονται, άλλοι φύγανε χωρίς ποτέ να μάθει κανείς μας που πήγαν ενώ οι πιο αγαπημένοι μας έχουν αφήσει μόνους με την υπόσχεση πως θα ανταμώσουμε ξανά στο πανηγύρι. Θα είναι όλη η παλιά συντροφιά μαζί και θα τραγουδάμε, λέει, εκείνο το παλιό τραγούδι…
Να δω τα φιλαράκια μου, εκείνα που ποτέ δεν απέκτησα. Να σεργιανίσω λίγο στα σοκάκια του Περαία και να κρυφτώ σε κάποιο καταγώγι μη με αρπάξουν τίποτα μπασκίνες και τις φάω. Να την πιώ με τον Ανέστο και λίγο πιο ΄κει θα ΄ναι ο Μπάτης να μας ζαλίζει με τα δικά του. Η κυρά- Κατίνα θα βγαίνει από το παραθύρι να μας κερνάει λουκούμια ενώ το Κατερινάκι θα κρύβεται πίσω από τη κουρτίνα, χαραμίζοντας τα χαμόγελά της αποκλειστικά για εκείνη.
Έπειτα θα τους αφήσω και θα πάω από το γραφείο του Μάρλοου. Σίγουρα θα λείπει, αλλά αν είμαι τυχερός ίσως τον πετύχω εκεί. Αραγμένος στη καρέκλα του πίσω από το βρώμικο ξύλο με το μπέρμπον μισοάδειο. Ψάχνει ακόμη τη κυρία της λίμνης, άραγε; Θα μου προτείνει μια πρόβα για τον μεγάλο ύπνο, θα αρνηθώ ευγενικά και θα φύγω αλλά πρώτα θα τον αφήσω να με κερδίσει σε μια παρτίδα σκάκι.
Μετά, λέω να περάσω από το στούντιο. Όλο και κάποια ψυχή θα πετύχω εκεί. Ποιόν ύμνο να ηχογραφούν τέτοια ώρα; Misty, Ebb tibe, blueberry hill, runaway. Κάτι καλό θα πετύχω δε μπορεί, θα αράξω εκεί χαζεύοντας, με το στόμα ανοιχτό, θα παίζουν οι κιθάρες και τα πλήκτρα αφήνοντας ένα γαργάλημα στο στήθος να με σιγοκαίει. Φεύγοντας θα αφήσω τη πόρτα πίσω μου ανοιχτή, να φύγουν τα βέλη και να πετύχουν καρδιές ερωτευμένες και μόνες, μυαλά καμένα και στεγνά πια, ουρλιαχτά χωρίς αντίλαλο μα και ψυχές χωρίς καθρέφτη για να κοιταχτούν. Γεια σου χοντρούλη, δε θα σε ξαναδώ…
Το πρόγραμμα έχει περιήγηση σε σπίτια. Πρώτα λέω να περάσω από το σπίτι της Blanche και της Jane, να πω ένα γεια στα κορίτσια που μεγαλούργησαν χωρίς ποτέ να το επιδιώξουν αλλά το έκαναν λόγω μεγαλείου. Εν συνεχεία θα κάνω μια βόλτα από το στοιχειωμένο μοτέλ του Νόρμαν. Μη τρομάζεις, δε με έχει πειράξει το κρασί! Εκεί τα πράγματα πια έχουν μπει σε σειρά. Η επιχείρηση άλλαξε χέρια, οι τρύπες στους τοίχους κλείσανε οριστικά ενώ οι τάφοι έχουν σφραγίσει και δεν ανοίγουν πια με τίποτα. Όσο για τα βαλσαμωμένα πουλιά, αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δε θέλει κανείς εκεί να την ανοίξει ξανά. Στου Νόρμαν λοιπόν, να αφήσω ένα λουλουδάκι έξω από το δωμάτιο, μόνο αυτό…
Έπειτα θα πάω από το μεγαλειώδες παλάτι του Charles Foster Kane. Εκεί δε θα πω τίποτα. Ένα γέλιο θα φτύσω μόνο μπροστά από τη πόρτα του. Ένα γέλιο που θα σέρνει πίσω του όλη αυτή την αγριάδα του σημερινού τύπου που κάθεται σε δερμάτινη καρέκλα και κινεί τα νήματα στο μικρό κόσμο των μαριονεττών όπου έτυχε να στήσει το βασίλειό του.
Αφού κλείσει ο κύκλος με τα σπίτια σκοπό έχω να ξεκινήσω το κύκλο της κουβέντας. Θα πιάσω όλα τα αστέρια ένα- ένα να τα ξαναπούμε. Έξω όμως από το φιλμικό χρόνο όπου συνήθιζαν να κατοικοεδρεύουν για τόσα χρόνια. Ξεκινάω με τον Rick και τα τσιγάρα του, δε θα ζητήσω λεπτομέρειες για τίποτα. Απλώς θα τον αφήσω να ξεδιπλωθεί και να μου μιλήσει για ότι του κάνει κέφι εκείνη την στιγμή. Σειρά θα έχει ο επαναστάτης και αιώνιος έφηβος όπως γράφει και η ταμπέλα που του φορμάρανε αλλά δεν έζησε πολύ για να την πετάξει από πάνω του. Θα μιλήσουμε για τη little bustard, τα κόκκινα καθίσματά της, το δρόμο που ποτέ δε τελείωσε, τη κατάρα που στοίχειωσε τους επομένους και τι βρήκε τελικά στην Εδέμ.
Θα προσεγγίσω δειλά τον Mitchum, θα κάνω μια προσπάθεια να μετρήσω τα τατουάζ του και να τον ρωτήσω γιατί δέχθηκε χρόνια αργότερα να παίξει τον μπάτσο κυνηγώντας, ίσως, την παλιά του λάμψη αντί για έναν μανιακό, εκδικητικό τύπο όπως του όριζε ο Scorceze.
Μια προσπάθεια να βρω τον ταχυδρόμο που χτύπησε δυο φορές δουλεύοντας με τις ώρες σε ελληνικό μαγειρειό, τον κούκο και τη φωλιά του που ουσιαστικά δεν υπάρχει, όλα τα τρελά παιδιά κάτω στον κάμπο του Μακαβέγιεφ που όσοι δεν τα γνώρισαν κοιμούνται δικαίως, τα κουρέλια μου που τραγουδάνε ακόμη παρά τις αντιξοότητες που βρίσκουν μπροστά τους, τον κόμη Δράκουλα, τον Λυκάνθρωπο, τον ένοικο του Πολάνσκι τον οποίο πρέπει να μνημονεύω όπου βρίσκομαι, το παιδί που ζητάει αυγά από την αδιάφορη νοικοκυρά στο εξοχικό της αλλά κάθε τόσο τα σπάει, τον τύπο με το εργαλείο στο χέρι που έγινε ο πρώτος που προέβλεψε πως όλοι μας θα γίνουμε μέρος του γραναζιού, μια σταγόνα λάδι για να γυρνάει ο ήλιος, τον αρχι- επιθεωρητή, τους επτά Σαμουράι, τον ταχυδρόμο του Τροίζι, να ξεφλουδίσω το κουρδιστό πορτικάλι, να μπω στα υπόγεια που σε προστατεύουν από πολέμους και σε καθηλώνουν εκεί για μια ζωή, να κοιμίσω το μωρό της Ρόζι, να πετάξω τους χαρταετούς μου, να ρουφήξω το καπνό της Τζίλντα, να μπώ στο ταξί του Μπικλ και να φύγουμε καρφωτοί για θάνατο, να ουρλιάξω κάτι στα ατέλειωτα πεδία του ρώσου οδηγού, να αφήσω τον ντετέκτιβ του δανού να με ανακρίνει μέχρι τελικής πτώσης, να μπώ με τον Μαρτσέλο σε τρένο με τις γυναίκες…
Δύσκολα θα ξεμπερδέψω με όλους αυτούς, σκέφτομαι… Είναι περίεργοι τύποι, αλλά έτσι τους γνώρισα και έτσι με μεγάλωσαν. Λιγομίλητοι, αυστηροί, τρελοί, λίγο ερωτευμένοι, χαζοί, λίγο ανέραστοι, πολύ τεμπέληδες, ονειροπόλοι, βίαιοι. Τους αγάπησα όμως και θα τους βρω όπως και να έχει.
Μετά θα γυρίσω στα δικά μας μέρη. Το αίμα θα στάζει στο ποτήρι αλλά δε θα μένει για πολύ εκεί. Θα κατεβαίνει συνεχώς. Θα βρεθώ με τα καλοκαίρια που αφήσαμε να φύγουν έτσι αδιάφορα, τα κίτρινα καλοκαίρια που τώρα πια φαντάζουν ξεθωριασμένα. Θα τα ρωτήσω πού πήγαν και γιατί κρύφτηκαν όλο αυτό τον καιρό. Θα συναντήσω εκείνα τα παιδιά που τώρα πια, δεν μας ενώνει τίποτα. Δε θέλω να πούμε για τα παλιά, γιατί δε θα θυμόμαστε τις καταστάσεις ακριβώς όπως έγιναν και θα μου τη δίνει στα νεύρα. Δε θέλω να πούμε μισόλογα και να σαλιαρίσουμε για κάτι ωραίο που χάθηκε. Ο χρόνος καλύπτει συνειδήσεις. Θα αναμετρηθώ με τα κορίτσια που ήθελαν να με γνωρίσουν αλλά ήμουν αλλού, γενικώς. Θα βρω τα κορίτσια που αγάπησα, αλλά δεν ήρθαν έγκαιρα. Τα κορίτσια με τις κόκκινες από τον ήλιο μύτες και τα μαλλιά τα μπερδεμένα.
Θα γίνω μπόμπιρας και θα βρω τα παιχνίδια μου. Θα τα μαζέψω ένα – ένα και θα τα χαζεύω με τις ώρες. Τις παιδικές μου κατασκευές, τα κοντά μου παντελονάκια και το πρώτο μου τετράδιο. Θα το ανοίξω για να πάρω μια γεύση από κάτι που ήταν δικό μου και χάθηκε. Δε θέλω κλάματα και μύξες, ούτε μελαγχολία. Μια βόλτα θέλω να κάνω και θα γυρίσω. Να παίξω λίγο με το μικρό μου αδερφάκι και να τον βλέπω να ζωγραφίζει με τα χρώματά του χαρτιά, τοίχους και όνειρα. Να μου χαϊδέψουν τα μαλλιά μου οι γονείς μου καθώς θα με κρυφοκοιτάζουν αναρωτώμενοι το τι θα κάνω όταν μεγαλώσω…
Θα ερωτευτώ ξανά τα λάθος άτομα για αυτά που μου χάρισαν χωρίς να ζητήσω τίποτα, μα ούτε τα άξιζα. Τα κορίτσια που δε πόζαραν ποτέ και γυρνούσαν από καρδιά σε καρδιά γυρεύοντας κάποιο τραγούδι για τον Έλβις σε Λα μινόρε. Θα ταιριάξω ξανά, με εκείνους που ποτέ δε μιλάν, γιατί ξέρουν τι θα πούνε και πότε. Θα τους μαζέψω και θα καθίσουμε μόνο να πιούμε, χωρίς λόγια. Ματιές, ποτήρια και τσιγάρα. Έ, και ας μη πάρουμε και σήμερα βρε αδερφέ, προφύλαξη για την υγεία μας και ούτε να δίνεις συμβουλές πώς το κατεβάζω έτσι…
Προς το ξημέρωμα θα βρεθώ με τον φυγά, γιατί εκείνη την ώρα γυρίζει από ξενύχτι. Δε θα τον ρωτήσω πως περνάει εκεί γιατί ξέρω, άλλωστε τον βλέπω συχνά να τριγυρνάει κάπου εδώ, ανάμεσά μας. Μόνο το μάγουλο θα του χαϊδέψω και θα τον αφήσω να φύγει. Να πάει να χαρεί αυτό που του δόθηκε. Ελευθερία…
Απόψε θέλω να μεθύσω αλλά δεν είμαι σίγουρος γιατί. Να ξεχαστώ, να θυμηθώ, αν θα τους δω θα αλλάξει κάτι; Η επιστροφή από τα ταξίδια πάντα ήταν οδυνηρή. Δε θέλω να αφήνω πίσω μου πράγματα, πρόσωπα, καταστάσεις. Όμως έτσι έχουν τα πράγματα. Ο δρόμος δε σου προκαλεί τίποτα άλλο παρά μόνο σου εξάπτει τη φαντασία για αυτό που έρχεται και μια περιέργεια ίσως για το τι θα συναντήσεις. Η επιστροφή όμως είναι αυτή που σε κάνει να αισθάνεσαι πως όλα είναι μάταια.
Να κάνω τόσο δρόμο και επιστρέφοντας να περιμένω να δω τι; Τα ερείπιά μου; Όλους όσους ξέχασα ή προσποιήθηκα πως δεν θυμήθηκα; Τι να τους κάνω άλλωστε; Περαστικοί σε μια ζωή τυχαία, κατάντησαν έρμαια ζωών που κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί τους. Όπως όλοι. Όπως και εγώ. Με τις αφίσες και τις φωτογραφίες λοιπόν; Ναι με αυτές, γιατί όχι;
Εγώ θα μιλάω με αυτές και εσύ θα κρατάς στις μικρές και χαριτωμένες χούφτες σου, με αγάπη και προσοχή το μυαλό μου που θα αρχίσει να στάζει, αλλά θα είναι έτοιμο να διαλυθεί στα χίλια. Με πονάει. Αν δεν είναι εδώ ο τόπος μας πού είναι θα ρωτήσεις αλλά για άλλη μια φορά δε θα έχω κάποια απάντηση να σου δώσω. Ίσως κοιτάξω κάποια αφίσα ή να βάλω καμιά ταινία στο βίντεο τότε θα ανοίξεις τη πόρτα και φεύγοντας θα τη χτυπήσεις δυνατά για να κλείσει. Μαζί σου θα πάρεις και όλους όσους με ρωτάν τα ίδια και τους βγάζω τη γλώσσα από αντίδραση, σα κάποιο φωτεινό μυαλό.
Τελείωσε και το κρασί, είδες;

Advertisements
This entry was posted in Αφηγημα, Κυριάκος Αναστασίου, Κυριακος Αναστασιου and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s