Ο κινηματογράφος … και άλλα παραμύθια – του Κ. Αναστασίου

Όταν η  δημιουργική μπούρδα, συνοδεύεται από τη συνήθη βαρύγδουπη ιδεολογία και δήθεν τεχνοτροπία της μαλακίας και της  άγνοιας, τότε  τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα

Τα παραδείγματα πολλά και ανελέητα σε όλους τους τομείς, όπου αυθαίρετα κάποιοι τους ονομάζουν δημιουργικούς, άσχετα αν η μόνη δημιουργική τους τάση και σχέση είναι να μας γαμούν ανελέητα επιχειρώντας  μάταια να εδραιωθούν κάπου μεταξύ του στενού κύκλου της παρέας τους και ενός ευρύτερου κύκλου ο οποίος μπορεί να μετονομαστεί κόμμα, ομαδούλα, συντεχνία, σωματείο ή οτιδήποτε άλλο αναδύει παρόμοιας αισθητικής μπόχα και λίγδα.

Κανείς δε μπορεί να ξεχωρίσει, ποιά τα όρια του ¨πράττω¨, του ¨σχεδιάζω¨, του ¨ διεκπεραιώνω¨ και του ¨δημιουργώ¨. Όλα ένα και το αποτέλεσμα κρίνεται από τα like που συγκεντρώνει η εκάστοτε μπαλαφάρα, από τα standard μπράβο κάτι ώριμων ψευτοαριστερίστικων μαμάδων και των τοπικών διανοουμένων, από τη προσέλευση εκείνων που δεν ήρθαν, από τα ¨συνέχισε¨ των γνωστών, από τις παρουσίες στα επίσημα κάτι κλητήρων, πολιτευτών, βουλευτών, δημάρχων και άλλων γελοίων στις πρεμιέρες- παρουσιάσεις και τέλος από τα χαμόγελα και τα άδεια ποτήρια κρασιού που περισσεύουν από το πάρτι- ταφόπλακα που ακολουθεί.

Ανήθικοι τύποι έχουν καταχραστεί τα σκήπτρα που τυχαία ή ετσιθελικά κάποιοι τους έδωσαν και με την εμετική τους οπτική στα πράγματα και τις καταστάσεις που ανά διαστήματα επικρατούσαν οδηγούσαν τον θεατή – ακροατή- αναγνώστη – πρόβατο σε χασμουρητά τόσο βαθειά, που στο τέλος ο δύσμοιρος βούλιαζε μέσα στη πολυθρόνα του ή τον πλάκωνε η ζεστή, καρό  κουβέρτα του, μετατρέποντάς τον σε μνημειακό είδος για τους εκφραστές της κουλτούρας και του πολιτισμού. Τουλάχιστον κάτι τους έμενε, πέρα από το χαρτζιλίκι…

«Καλύτερα άνεργος, παρά καλλιτέχνης» αναφωνούν ορισμένοι και σίγουρα δεν έχουν άδικο μετά από αυτά που έχουν- έχουμε δει. Τύποι με κασκόλ τυλιγμένα στο λαιμό, με αεράτες παντελόνες να ομιλούν βαρύγδουπα σε καλλιτεχνικά της παπάρας περιοδικά,  σκηνοθέτες που δε βαριούνται να μιλάνε για οτιδήποτε άλλο εκτός από τη τέχνη τους, καθηγητές σεμιναρίων, ηθοποιάκια της ανανέωσης και της νέας οπτικής που την έχουνε ψωνίσει και συγγραφείς που μετράνε λέξεις, προκειμένου να εκδώσουν βιβλιοτούβλα των 600 σελίδων, ακολουθώντας συνταγές London School of Economics, πάντοτε υπό τις οδηγίες του εκδότη.

Το κείμενο- πρόσκληση απευθύνεται αποκλειστικά στη σοβαροφανή( το τονίζω) πλευρά των πραγμάτων και δεν έχει σκοπό να θίξει την αξιοπρεπή, ειλικρινή και έντιμη στάση των άλλων της αρπαχτής. Εκεί τα πράγματα είναι ξεκάθαρα : Είμαστε μέτριοι, κάνουμε το περισσότερο που μπορούμε μέτρια πράγματα, απευθυνόμαστε σε όλους και σκοπός μας είναι να τα αρπάξουμε ενώ παράλληλα να μοστράρουμε τις τσιτωμένες μας μούρες, τα φουσκωμένα βυζιά και τα βαμμένα μας μαλλιά στις ιλουστρασιόν σελίδες, στις χλιδάτες οθόνες, στα κοσμικά πάρτι, ικανοποιώντας έτσι και την όποια φιλαρέσκεια κρύβουμε ενώ παράλληλα επιδιώκουμε κάποιο περιστασιακό γαμήσι με καλλιτεχνικές στο βάθος αναζητήσεις. Δεν μπορείς να πεις κάτι τότε. Ο άλλος έρχεται απέναντί σου με κατεβασμένα τα σώβρακα και δηλώνει ένοχος, δε σου αφήνει και πολλά περιθώρια. Πηγαίνεις πάσο, αφήνοντας τον στη κρίση του μαλάκα με τα λεφτά που πληρώνει για να τον κάνει κάποια μέρα ( στην χειρότερη) προτομή σε κάποια τοπική πλατεία.

Το πρόβλημα είναι αλλού. Στους δήθεν. Σε εκείνους που νομίζοντας πως κάνουν κάτι ουσιώδες, φλερτάρουν διαρκώς με τη κρίση πανικού μας αλλά και με τη φτήνια τους.  Βέβαια, όλοι αυτοί οι τύποι, δεν ήρθαν στα πράγματα μόνοι τους ή με την αξία τους ( την όποια, έστω…). Συνεπικουρούμενοι από εξουσιαστικά κέντρα, κυβερνητικά ή μη και από σχολικές παρέες και χοντρές  μούρες που δε θέλησαν ποτέ να χάσουν σε όλη τους τη πορεία από το περιβάλλον τους,  εξαγόρασαν καρέκλες, πτυχία, γνώσεις, παραστάσεις, εκδόσεις και εκδοτικούς οίκους, θέατρα και κέντρα, μπράβο, δημοσιογραφάκια, χώρους ψυχαγωγίας και σχολές, διευθυντές, συνειδήσεις και κατάφεραν τελικά να γίνουν αυτό που ονειρεύτηκαν οι άλλοι για αυτούς και στη πορεία οι ίδιοι τους, μιας και αρχικά γνώριζαν πως δεν είχαν τα εχέγγυα για κάτι τέτοιο. Έγιναν λοιπόν « ο γαμάω» της δημιουργίας – για να μνημονεύσω και τον Ρασούλη. Οι ειδήμονες, οι κριτές, οι δεν ενοχλώ με αυτά που λέω, οι χαϊδεύω αυτιά, τα καλά και υπάκουα παιδιά, οι μεγάλοι δημιουργοί, οι επαναστάτες της πλάκας, οι πολεμάω το σύστημα από μέσα, οι έχω προτάσεις και στη καθομιλουμένη μετετράπησαν σε αυτούς που κατέστρεψαν σχέδια, όνειρα και δημιουργίες τρίτων λαμβάνοντας γνώση κάτι σημαντικό ( τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς, διότι δε τους θεωρώ τόσο έξυπνους όλους). Τους βιολογικούς και ψυχολογικούς ρυθμούς αντίληψης του θεατή. Το παιχνίδι της επικοινωνίας με λίγα λόγια. Ο βασικότερος, ίσως, κανόνας του σύγχρονου εμπορίου.

Είχαν και έχουν, οι συγκεκριμένοι λοιπόν, μια ικανότητα ή ακόμα και αν δεν την έχουν αυτοί θα πάρουν γραμμή από τα κεντρικά και θα κατατοπιστούν σχετικά με το πώς πρέπει να δράσουν.

Ξεπερνώντας αρχικά, τη παρατήρηση που έχει να κάνει με τη σχετικότητα μεταξύ εμπορίου και δημιουργίας, συνεχίζουμε όπου βρίσκουμε τους εν λόγω κυρίους και κυρίες να μετατρέπονται ξαφνικά σε εκφραστές ολόκληρων γενεών, σε ταγούς ( μπορείς να γελάσεις άμα θέλεις) της κοινωνίας, σε αφυπνιστές, σε πνευματικούς ανθρώπους, σε κάτι. Τους συναντάμε τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων. Τέτοιες σαλαμάνδρες δεν έχουν όρια και σύνορα άλλωστε.

Δεκαετία ΄70. Αντιλήφθησαν το όραμα κάποιων ονειροπαρμένων και άρχιζαν να πλασάρουν αριστερουλίστικες ιδέες, διηγήματα, κόκκινα πανιά, αντάρτικα του στυλ κεφτεδάκι με ρετσίνα και κιθάρα, βιβλία φιλοσοφικά που ποτέ δε κατάλαβαν, ροκ αντιδράσεις της μπανανόφλουδας, μακριά μαλλιά των αποκριών, ανένταχτα ρεμπέτικα, λούμπεν φιλοσοφίες, χίπηδες της φούντας  και από την άλλη άφηναν ελεύθερα να υποβόσκει μια τάση δημιουργικού αναρχισμού περιφρουρούμενου πάντα από το κρατικό δίχτυ ασφαλείας. Οι σφαίρες πέφτουν σα το χαλάζι και ο καλλιτέχνης αναστενάζει… (όποιος κατάλαβε, κατάλαβε…).

Θα μπορούσα να επεκταθώ και σε προηγούμενες αλλά και σε επόμενες δεκαετίες, όμως το θέμα δεν είναι εκεί. Απλώς αναφέρθηκα παραπάνω για κάτι ακραίο και πλέον ορατό σε όλους ώστε να έχουμε μια κάποια εικόνα για τις αναφορές και τις προσεγγίσεις που εδήχθησαν.

Συνοψίζοντας, αυτή τη μικρή ενότητα, να τονίσουμε συμπερασματικά πως κάποιοι που ακόμα υπάρχουν ως θέσεις, στάσεις και θεσμοί στους δημιουργικούς χώρους λειτουργούν ως τροχοπέδη, στα χέρια του κρατικού και παρακρατικού μηχανισμού, εν αγνοία τους ορισμένοι, με σκοπό και κύριο μέλημά τους να μην αφήσουν τους καλλιτέχνες ( προτιμώ τη λέξη δημιουργούς) να λειτουργήσουν σε σχέση με το κοινό τους και έχοντας πίσω τους ιδέες ανατρεπτικές, αισθητικές, επιθετικές  ή οτιδήποτε άλλο, διότι πολύ απλά θα γίνουν επικίνδυνοι ( όχι τόσο αυτοί φυσικά, αλλά τα αποτελέσματα των έργων τους και ο αντίκτυπός τους στη κοινωνία).

Κάπου εδώ αλλάζει η δομή του κειμένου και πλέον προσεγγίζουμε τον κινηματογράφο, προφασιζόμενος και δικαιολογούμενος βάση της αγάπης για το είδος, τη προσωπική ενασχόληση και την όποια μελέτη, που βέβαια απέναντι σε άλλες στην καλύτερη περίπτωση θα χαρακτηριζόταν παιδική.

Ο κινηματογράφος τέχνη λοιπόν; Και αν ναι γιατί; Ποιοι είναι αυτοί που σήμερα λόγω του αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει η Ευρώπη προσπαθούν να βρουν νέες φόρμες και τάσεις αλλά παράλληλα ποιοι είναι αυτοί που προσπαθούν να τον κρατήσουν ημιθανή και δε θέλουν να του δώσουν το φιλί της ζωής ή έστω μια μικρή φιάλη οξυγόνου; Τα ερωτήματα αυτά δε μπορούν να απαντηθούν αλλά θα επιχειρήσουμε να φωτίσουμε κάποιες πλευρές τους και να συνδέσουμε ίσως, σημερινές καταστάσεις με τις γελοίες προσωπικότητες (;) που αναφέραμε παραπάνω.

Στον κινηματογράφο, λοιπόν, ο διαχωρισμός μεταξύ τέχνης ή μη έγινε από πάρα πολύ νωρίς. Η Ευρώπη , βιάστηκε μπορούμε να πούμε , καθώς αισθάνθηκε την ανάγκη να βαφτίσει τον κινηματογράφο Τέχνη. Πρώτος ο Κανούτο, το 1911 τον μετεξέλιξε σε «έβδομη τέχνη», τοποθετώντας εν αγνοία του εκρηκτικούς μηχανισμούς στα θεμέλια του. Διότι ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο Τέχνη. Είναι και πολλά άλλα, δυστυχώς ή ευτυχώς. Άλλοι υποστηρίζουν πως είναι και ένα αισθητικοκοινωνικό φαινόμενο, μιας και η λειτουργία που εκτελεί το μάτι ως αισθητήριο όργανο είναι αντίστοιχη με τη λειτουργία της κινηματογραφικής μηχανής. Ψιλά γράμματα, που όμως σε εκτενή ανάλυση έχουν σημασία. Αν θυμηθούμε τον Μπέργκμαν είχε πει πως : «Όταν ο κινηματογράφος δεν είναι ντοκουμέντο, είναι όνειρο. Κινηματογράφος σαν όνειρο, σαν μουσική. Καμιά άλλη τέχνη δεν περνάει όπως ο κινηματογράφος πέρα από την καθημερινότητα της ψυχής μας, κατευθείαν προς τα αισθήματά μας, βαθιά μέσα στα σκοτεινά δωμάτια. Μια μικρή ανωμαλία του οπτικού νεύρου, ένα σοκ : εικοσιτέσσερις φωτισμένες εικόνες το δευτερόλεπτο, ανάμεσά τους σκοτάδι, το οπτικό νεύρο δεν καταγράφει το σκοτάδι».

Αυτά και πολλά άλλα περί κινηματογράφου τότε… Σήμερα τα πράγματα πώς έχουν; Σήμερα οι καταστάσεις έχουν αλλάξει και οι φόρμες( οι κινηματογραφικές) όσες δεν έχουν μανιεριστεί τείνουν προς εξαφάνιση. Σήμερα όταν λέμε κινηματογράφος εννοούμε dvd, όταν μιλάμε για κινηματογράφο εννοούμε χαχανητά, ποπ- κόρν στο διάλειμα, τρισδιάστατα βλίτα, χρυσές αίθουσες, ακριβό εισιτήριο, ταξιθέτρια και γενικώς εννοούμε τα πάντα εκτός από την ουσία, την ταινία δηλαδή αλλά και τη διαδραστικότητα που έχει αυτή σε σχέση με το θεατή αλλά και την ατμόσφαιρα της αίθουσας. Ένα μεγάλο κεφάλι σε μια μικρή αίθουσα, πιστεύω, μπορεί να ¨πει¨ πολλά περισσότερα πράγματα σε κάποιον που βρίσκεται εκεί με τα αισθητήριά του ανοιχτά. Χωρίς coca-cola με σπαστό καλαμάκι στο χέρι και κινητά να σέρνονται δεξιά και αριστερά.

Όλα αυτά όμως είναι τα απέξω, ο φραμπαλάς του συστήματος και του εμπορίου, που καπελώνει και καπηλεύεται τα πάντα. Η Χολιγουντιανή μανία που ενώ αρχικά ( με άλλα μέσα- τρόπους και ταινίες) πήγε να αναδείξει το είδος, με Ευρωπαίους σκηνοθέτες κατά βάση, οι οποίοι μετοίκησαν εκεί λόγω παγκοσμίου πολέμου και δίδαξαν κυριολεκτικά σκηνοθεσία και φιλμοκατασκευή, κατάντησε αδηφάγα και το έπνιξε μέσα σε drive- in, με ηθοποιούς ανόητους και μέτριους, ενώ μετά τη δεκαετία του εβδομήντα επένδυσε σε σκηνοθέτες χωρίς άποψη και μίμους των μεγάλων – εξαιρούνται οι τέσσερις σωματοφύλακες που έσωσαν την προσωπική τους(;) παρτίδα – Lucas, Scorseze, Spielberg, Copola. Το αμερικανό σινεμά έγινε ο ρυθμιστής λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο του παγκόσμιου κινηματογράφου και των γούστων του απλού- μέσου θεατή.

Ο εγχώριος κινηματογράφος από την άλλη επενδύει συνεχώς σε ηλιθιότητες με την άμεση και έμμεση βοήθεια του κράτους- φονέα. Σαχλές σεξοκωμωδίες, ανόητα δράματα, ιστορικά –δήθεν- μαλακιούλες για διαφημιστές και τραπεζίτες,  μετρίου αναστήματος ηθοποιοί που αρκούνται σε τηλεοπτικές ερμηνείες οπουδήποτε και αν παίζουν, σενάρια ανύπαρκτα, μηδενικοί φωτισμοί ή στην καλύτερη τηλεοπτικοί ή χασάπικοι, άπειρες κάμερες και γωνίες, σκηνικά χωρίς ενσυναίσθηση, ρουχισμοί που καμία σχέση δεν έχουν με τη ψυχολογία του εκάστοτε πρωταγωνιστή και χρώματα ουράνιο τόξο σε συνδυασμό με Μαργαρίτα Φουξ. Εκεί επενδύει ο ελληνικός πολιτισμός αφού επιλέγει να γίνεται βασικός χρηματοδότης- παραγωγός σε κάτι τέτοια ταινιάκια με οδηγό το σουβλάκι, τη θάλασσα, τη τσόντα, τον μουσακά, το χαχανητό, τη mama mia και τα ωραία νησάκια της.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι εκεί. Το πρόβλημα είναι ( για να γίνει η σύνδεση με όλα τα προηγούμενα) πως το πανηγύρι έχει στηθεί γύρω από πέντε άτομα- σκηνοθέτες, παραγωγούς, ηθοποιούς, σεναριογράφους- οι οποίοι ¨γαλουχούν¨ γενιές και γενιές θεατών και ίσως αυριανών δημιουργών. Τα θέλω λοιπόν του καθένα είναι δεδομένα και διευκρινισμένα πριν ακόμα βγει στο προσκήνιο. Πάντοτε έτσι γινόταν. Ρέτσος, Δαμιανός, Μαρκετάκη, Τάσιος, Νικολαΐδης, Κούνδουρος, Φέρρης, Πανουσόπουλος ακόμη και ο χαριτωμένος Ζερβός που παρέδωσε τον εξαιρετικό «εξόριστο της κεντρικής λεωφόρου» – κάποτε, ήταν στην απέξω της πιάτσας. Όχι ότι επεδίωξαν ή θέλησαν ποτέ να μπούνε στο παιχνίδι αλλά πολεμήθηκαν για τις επιλογές τους, για αυτά που έλεγαν και κυρίως για αυτά που γύριζαν. Τα βραβεία, άλλωστε ήταν πάντα μετρημένα και μοιρασμένα από πριν…

Υπάρχουν  όμως και οι άλλοι. Εκείνοι που λειτουργούν υπόγεια και χωρίς χρήματα. Όχι σαν άλλοθι, αλλά επειδή δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Ανεξάρτητα. Βέβαια, η έννοια ανεξάρτητα δε σημαίνει ότι επειδή δεν έχεις χρήματα και εταιρεία παραγωγής γυρίζεις μια ταινία free. Η έννοια του free cinema, είναι πολύ βαθειά και δεν μπορεί να αναλυθεί. Αλλά σίγουρα ταινίες low budget με θέματα χιλιοειπωμένα, ερμηνείες παρτιτούρες, λήψεις και γωνίες της σειράς, δεν μπορούν να θεωρηθούν ανεξάρτητες. Όπως ταινίες free cinema δε μπορούν να θεωρηθούν κάτι ταινίες φαντασίας με σπαθιά και αίματα βγαλμένα από κομπιούτερ. Τρίζουν τα κόκκαλα του Κασσαβέτη…

Πώς όμως οι πραγματικά ανεξάρτητοι δημιουργοί μπαίνουν στο τρυπάκι; Μέσω της μικρού μήκους, τις οποίες το κράτος, οι διανομείς, οι παραγωγοί και όλοι οι γύρω θεσμοί βραβεύουν αφήνοντας όμως τις όποιες προοπτικές εκεί. Να βουλιάζουν σε στάσιμα έλη. Αυτό άλλωστε είναι και το άλλοθι του μηχανισμού. Το ποιοτικό του άλλοθι. Όταν αντιληφθεί κάτι καλό το αναδεικνύει, ενώ όταν κάτι δεν είναι καλό το ρημάζει στην αδιαφορία. Πολύ καλή δικαιολογία αλλά για αυτούς που μασάνε τσίχλα στον ύπνο τους.

Ακόμη, υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι δημιουργούν ταινίες ανεξάρτητες ή μή, οι οποίες απευθύνονται αποκλειστικά στους ίδιους. Δεν είναι κακό, αρκεί να κατανοήσουν ότι με τέτοιες δημιουργίες (;), όλο και κάποιος θα αυτοκτονήσει σε κάποια αίθουσα και μετά θα μιλάμε για δολοφονική πράξη.  Επιζεί βέβαια και η τάση, το κάτι ακαταλαβίστικο να το βαφτίζουμε μοντέρνο και προχωρημένο. Ειδικά αυτό συμβαίνει από κάτι ξεπεσμένους κριτικούς της παλιάς αριστεράς ή κάτι νέους που δε ξέρουν ακόμη να ξεχωρίζουν τα είδη των φακών ή τα πλάνα και προσπαθούν μέσω της κριτικής τους να εκτονωθούν μιλώντας για προσωπικές τους ανησυχίες ή να εκφράσουν πολιτικο-κοινωνικούς λόγους που ουσιαστικά δεν έχουν καμία σχέση με την εκάστοτε ταινία που ¨κρίνουν¨. Ύμνοι για μπουρδολογίες, διθύραμβοι για ξεράσματα. Εθνικός κινηματογράφος επειδή και μόνο μιλάει την ελληνική ή αστικός- ταξικός θα αναρωτηθεί κανείς και όλοι θα γελάσουνε. Της φτήνιας, χωρίς ίχνος προσωπικού γούστου θα απαντούσα και χωρίς ύπαρξη της γνώσεως κάποιας τεχνοτροπίας ή έστω και ξεκίνημα κάποιας άλλης, νέας.

Το λιβάδι που δακρύζει και τα λεφτά που φέρνουν λεφτά, φοίνικες, χουρμάδες και ότι άλλο βάζει ο νους του καθένα παράλληλα με τη μεγαλεπήβολη ματαιοδοξία του μικρού.

Διότι δε μπορείς να βαφτίζεις τάση, κίνημα, τεχνική την όποια καλλιτεχνική σου αναπηρία και ανικανότητα δημιουργίας κάτι άρτιου ή έστω κάτι που να το προσεγγίζει. Παρακολουθούσα προ ημερών νέο σκηνοθέτη να ομιλεί λέγοντας πως ήθελε να κάνει μια ταινία δείχνοντας πως είναι κάτι απλό και ο καθένας μπορεί να γυρίσει μια. Έ όχι, ρε φίλε. Πώς να το κάνουμε, μπορεί ο καθένας να έχει τη δυνατότητα να πάρει μια μηχανή λήψης στα χέρια του, ένα καλώδιο και ένα PC. Μπορεί ο καθένας να γίνει βαθύς γνώστης των τεχνικών του μοντάζ και όλων των εφέ. Μπορεί αν είναι λίγο πονηρούλης να καταφέρει να μαζέψει τα χρήματα που απαιτούνται. Αλλά δεν μπορεί ο καθένας να γυρίσει μια ταινία. Κάπως έτσι σκέφτονται ορισμένοι και αρχίζουν και καταστρέφουν τα γύρω πέτρινα τείχη που κάποιοι χτίσανε με πολύ κόπο και θυσίες.

Αυτοί λοιπόν οι τύποι και οι όποιοι χρηματοδότες τους, οι φίλοι κριτικοί τους και τα αμόρφωτα παπαγαλάκια των περιοδικών επιχειρούν να διατηρήσουν σε κλινικά νεκρή κατάσταση τον κινηματογράφο ( στην Ελλάδα). Η χώρα μας, μαζί με Αίγυπτο και Ινδία πριν χρόνια (1950 περίπου) έκανε κάτι τρομερό, εν αγνοία της βέβαια. Κατάφερε να σπάσει τα δεσμά του Αμερικανικού κινηματογραφικού επεκτατισμού αλλά και να ταράξει το διεθνές κινηματογραφικό εμπόριο κάνοντας το μέσο, εθνικό, λαοφιλές και κυρίως ευχάριστο στους θεατές του. Άσχετα αν το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα ήταν καλό ή όχι. Που κατά 95% δεν ήταν.

Όλα αυτά έσβησαν κάπου στο 1967 με την εγκαθίδρυση του καθεστώτος και την τρομερή άφιξη της τηλεόρασης. Σε αυτό συνέβαλε και κάποιο καταραμένο βιβλίο με τίτλο : « Πώς φτάσαμε στην 4η Αυγούστου» του Λιναρδάτου…

Οι σημερινοί δημιουργοί της κουλτούρας, της υποκουλτούρας, του περιθωρίου, του ανεξαρτήτου κινηματογράφου ( δε μπορώ να το διευκρινίσω επακριβώς) επιχειρούν να διατηρήσουν μια παγωμάρα στα κινηματογραφικά πράγματα θέλοντας απλώς και μόνο να φανούν. Να γίνουν οι συνεχιστές των χρόνων του ΄70, παίρνοντας τη σκυτάλη από τους παλαιότερους, παραμένοντας όμως περιπατητές στους ίδιους δρόμους. Συνεχιστές του λεγόμενου, λοιπόν, Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, πάνω στη γραμμή του ακαταλαβίστικου και του δύσκολου. Με τις απέραντες σιωπές όπου ο καθείς μπορεί να τις εκλάβει όπως εκείνος επιθυμεί δίνοντας άλλοθι στον δημιουργό για ένα σωρό ιστορίες και φαντάσματα, περιορίζοντάς το όλο πράγμα σε ένα γκέτο όπου κουμάντο κάνουν οι συγκεκριμένοι κύριοι, της συγκεκριμένης παρέας και κανένας άλλος. Άλλοτε, προτείνοντας σκηνές βίαιες ή ακραίες, με σεξ ή με ανωμαλίες ( πράγμα όχι αναγκαστικά μη προσεγγίσιμο και θεμιτό) με μόνο λόγο την …και καλά προχωρημένη τους σκέψη, πράγμα που αντικατοπτρίζεται και στη πραγματική τους ζωή καθώς είναι ψηφοφόροι- υποστηρικτές των κομμάτων εξουσίας και των συνδικαλιστικών τους σκύλων, μήπως και τσιμπήσουν καμία επιχορήγηση δωράκι. Ποιος ο λόγος της στασιμότητας αυτής από μέρους τους;

Αρχικά η αποδεδειγμένη αταλαντοσύνη τους και η μη σχέση τους με το μέσο. Θα ήταν ίσως κατάλληλοι για μια ωραία σαπουνόπερα σε κάποιο τηλεοπτικό κανάλι, γιατί όχι, καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή. Από εκεί και πέρα εισέρχονται και οι προσωπικές βλέψεις και ματαιοδοξίες του καθενός κοπρίτη. Να πάρουν κάποιο βραβείο, να δώσουν μια καταραμένη συνέντευξη σε ένα μεγάλο δημοσιογράφο με γραβάτα, να δείξουν στον βασανισμένο λαό ότι είναι μαζί του, να δηλώσουν και εκείνοι αγανακτισμένοι άσχετα αν οι ταινίες τους δεν έχουν καμία σχέση με όλο αυτό και μιλάνε για έρωτες και πράσινα λουλούδια μέσα στις απομονωμένες και … αποξενωμένες πολιτείες μας. Βράσε ρύζι μεγάλε…

Δεν επιθυμούν καμία ανάπτυξη του μέσου ή καμία νέα πρόταση που ( προσοχή όμως) να μην να ξεπερνά τα στενά προσωπικά τους, ανύπαρκτα στους πολλούς, ερωτήματα και γίνει όλον. Μια γενίκευση δηλαδή του κινηματογράφου- τέχνη αγκαλιάζοντας την αστική τάξη, χωρίς όμως να εκπέσει στα κατώτατα γούστα του μέσου και, γιατί όχι, απαίδευτου θεατή αλλά να αναγκάσει εκείνον να ανέβει ψηλότερα.

Κάτι τέτοιο βέβαια δε μπορεί να γίνει ούτε καταναγκαστικά ( τόσο για τους δημιουργούς όσο και για τους θεατές), ούτε βέβαια επιδοτούμενα, αλλά ούτε και προπαγανδιστικά. Αντιθέτως μέσω της ελεύθερης κρίσης και επιλογής. Επομένως ερχόμαστε κάνοντας ένα κύκλο, πάλι στο αρχικό μας ζήτημα που είναι η ίση προβολή όλων και η δίκαιη κρίση τους, συμπεριλαμβανομένου και του σχεδίου της χρηματοδότησής τους. Ας μην ξεχνάμε πως κινηματογράφος δεν είναι μόνο τέχνη είναι και ψυχαγωγία. Όλα τα είδη χωράνε σε κάθε χώρα αρκεί να μην είναι κατευθυνόμενα ή τουλάχιστον επιδοτούμενα σαν αγροτικές αποζημιώσεις. Ελεύθερη δημιουργία λοιπόν και πρόσβασή σε αυτήν από όλους. Τόσο μέσω διανομέων όσο και παραγωγών.

Δεν μιλάω για φαντάσματα και παραμυθένιες ιστορίες επικαλούμενος όλα αυτά. Ας μην ξεχνάμε πως στο Φεστιβαλ Θεσσαλονίκης από το 1974 έως και το… άπειρο, κουμάντο κάνανε από τη μια οι ομαδούλες των κομμάτων με κυρίαρχη αυτή του Κ.Κ.Ε. εσωτερικού και μετέπειτα ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ και από την άλλη τα πρόσωπα που η χούντα είχε διορίσει επι των ημερών της και παρέμειναν εκεί ες αεί, αιώνια μέλη και κριτές. Για χρόνια προσπαθούσε και το ΠΑΣΟΚ να εισχωρήσει στις συντεχνίες αλλά περιέργως πώς, δεν τα κατάφερε.

Ποια τα κατορθώματα των δυο αυτών πυρήνων τόσα χρόνια; Μαχαίρι σε ταινίες που στο εξωτερικό διέπρεψαν, βλέπε : «Το δέντρο που πληγώναμε» και τόσες άλλες που δεν θα αναφέρω για οικονομία και από την άλλη ανάδειξη, βράβευση και απολαβή χρημάτων σε ταινίες όπως «Δοξόμπους» και το κακό συναπάντημα. Τουλάχιστον τα χρήματα πήγαιναν στο κόμμα για να προβληθεί η σημαία η τιμημένη, η κόκκινη σε επόμενα έργα. Και ζήσαν αυτοί καλά…

Πολλά τα θέματα και οι παράμετροι που αυτομάτως πετάγονται ανάμεσα στις παραγράφους μιας και το θέμα είναι από μόνο του μεγάλο και προφανώς ατελείωτο. Μια μικρή χαραμάδα φωτός καταφέραμε(;) να περάσουμε και αυτή με απώλειες στα ενδιάμεσα. Θα ήθελα να κλείσουμε το παραπάνω κουραστικό ( όπως και να το κάνουμε κείμενο) με μια σκηνή – τι άλλο κινηματογραφική- που δεν έχει κανένα ύφος διδακτισμού. Μια απλή, μικρή σκηνή. Το ζητούμενο στο φιλμικό χρόνο αλλά σε επανάληψη. Χωρίς φτιασίδια, μουσικές και πολλές γωνίες. John Cassavetes – HUSBANDS (http://www.youtube.com/watch?v=aUZperlIj0A&feature=related) . Ένα από τα πιο γλυκόπικρα φινάλε. Βέβαια αν δεν έχεις δει την ταινία μια σκηνή δε μπορεί να σου πει και πολλά πράγματα…

Τι θα κάνει χωρίς εμάς; Άραγε…

( Είμαι σίγουρος πως ήξερε την απάντηση…)

 

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s