Ένας, κάποιος Αργύρης… – του Κ. Αναστασίου

Όταν το λεωφορείο άνοιξε τη διπλή του πόρτα και ρούφηξε μέσα στη γλυκιά και υπνωτισμένη ζέστη, που μόνο τα λεωφορεία προσφέρουν, την Λένα, ο Αργύρης ήξερε πως την έβλεπε για τελευταία φορά. Ίσα που σήκωσε το χέρι του απαλά, στο ύψος του ώμου του, προσπαθώντας δειλά να την αποχαιρετήσει κλείνοντας στη παλάμη του αργά τα δάχτυλά του .  Η Λένα πριν αφήσει το βρεγμένο πεζοδρόμιο γύρισε το κεφάλι της ρίχνοντας μια τελευταία ματιά προς τη μεριά του, έπειτα επέστρεψε το βλέμμα της στα απότομα και σκοτεινά σκαλάκια του λεωφορείου και μπήκε μέσα επιτρέποντας στις πόρτες να κλείσουν και από τότε δεν ξαναβρέθηκαν. Αυτό ήταν τελικά… Τέσσερα χρόνια, κάτι χαρές, κάτι λόγια που χάθηκαν μέσα στο καπνό του τσιγάρου και τίποτα άλλο… Τόσο απλό να΄ναι;

Για λίγα λεπτά δε μπορούσε να ξεκαρφώσει τα πόδια του από εκείνο το σημείο. Κάτι σταγόνες από τη βραδινή υγρασία άρχισαν να χαράζουν το μέτωπό του ενώ τα κόκκινα φώτα από τα φρένα του λεωφορείου δεν ανάψανε ξανά μέχρι να χαθεί από τα μάτια του. Σε όλη του τη ζωή έψαχνε μια ευθεία να βαδίσει, χωρίς στροφές, γκρεμούς ή αδιέξοδα και η ευθεία του λεωφορείου, αποκάλυπτε μια λύση στο μεγάλο του αυτό πρόβλημα…

 

 

Όταν τον κάλεσε ο διευθυντής στο γραφείο του, είχε ένα παράξενο προαίσθημα. Κάτι θα πάει στραβά σκεφτόταν από το πρωί που ξύπνησε και η δικαίωση της σκέψης δεν άργησε να έρθει. Μια γερή κατσάδα για τις πωλήσεις του τελευταίου διμήνου και η δαμόκλειος σπάθη του κάθε ιδιωτικού υπαλλήλου επανεμφανίστηκε πάνω από το κεφάλι του. Απόλυση σε περίπτωση που συνεχιστούν τα πράγματα στον ίδιο ρυθμό.

Τσατισμένος σηκώθηκε και έφυγε από την εταιρεία χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανένα. Άφησε τα πράγματά του στο γραφείο χωρίς να δώσει υπόσχεση πως θα επιστρέψει να τα πάρει, πράγμα που έκανε τον απέναντι γλίτση να ξερογλείφεται για τη θέση του. Άλλωστε μήνες τώρα την είχε βάλει στο μάτι, τον είχε αντιληφθεί αλλά δεν έδινε σημασία.

Καθισμένος στο μικρό καφέ, πλάι στην πλατεία που κάποτε υπήρχε εκεί και τώρα φύτρωσε ένα θεόρατο εμπορικό, έπινε αργά τη τρίτη μπύρα του που μόλις είχε φτάσει. Άρχιζαν οι σκέψεις να έρχονται. Η θεματική του ήταν συγκεκριμένη εδώ και χρόνια. Δεκάρα δεν έδινε για τη κωλοδουλειά, άλλωστε ότι βρωμούσε καριέρα και ανταγωνισμό τον άφηνε παγερά αδιάφορο.

Αναρωτιόταν πώς έμπλεξε χωρίς να το καταλάβει. Οικογένεια, παιδιά, δουλειά, δάνειο, δόσεις, συγγενείς, χρόνια πολλά, τραπέζια… Τα χρόνια περνούσαν από το πρόσωπό του και εκείνος έδειχνε να μην καταλαβαίνει τίποτα από όλα αυτά συνεχίζοντας να βαδίζει ολοένα και πιο βαθειά στα δαιδαλώδη δρομάκια της ζωής που όμως έμοιαζε να΄ναι κάποιου άλλου, μα όχι η δική του.

Δεν άργησε να έρθει ο τελευταίος πειρασμός στο μυαλό του. Ίδιος με αυτόν Του Κυρίου! Έφερνε όμως , όπως πάντα αντίθετες εικόνες απ΄ότι σε Εκείνον. Η ζωή του Αργύρη ήταν πια στρωμένη και δεν μπορούσε να τον δελεάσει με στιγμιότυπα οικογενειακής θαλπωρής πλάι στο τζάκι με παντόφλες, γυναίκα στη κουζίνα και παιδιά να μαλώνουν στο δωμάτιο. Αυτά τα είχε ζήσει σε βαθμό αηδίας, δεν είχε ανάγκη από τέτοια πια. Η εικόνα που ερχόταν στο μυαλό του  είχε γυναικείο όνομα, συνήθως φορούσε μωβ κασκόλ, κρατούσε στα χέρια της μια μικρή ανθοδέσμη μενεξέδες που κάποτε της είχε αγοράσει και μια μέρα άφησε κάποιο σκληρόκαρδο λεωφορείο να την πάρει για πάντα. Λένα.

Όλα μάταια τελικά στη ζωή. Να αφήνεις πράγματα που αγαπάς να φεύγουνε γιατί δεν έχεις θάρρος ή γιατί τελικά γεννήθηκες μικρός. Να πολεμάς για τα όνειρά σου αλλά ξαφνικά να βολεύεσαι στη σιωπή γιατί νοιώθεις πως μεγαλώνεις. Να περιμένεις τη μεγάλη στιγμή στη ζωή σου και όταν εκείνη σου χτυπήσει τη πόρτα εσύ να λείπεις. Να γεννάς ιδέες και όνειρα γνωρίζοντας πως μια μέρα θα τα δολοφονήσεις. Να αναγκάζεσαι να κατεβάσεις την αφίσα του Τσε από το δωμάτιο γιατί αισθάνεσαι ενοχές κάθε φορά που συναντάς καθρέφτη.

Την είχε αγαπήσει και την άφησε. Την έδωσε ψυχρά σε εκείνο το άσχημο λεωφορείο, να την οδηγήσει στη χαρά που δεν μπορούσε εκείνος να της προσφέρει. Από τότε δε ξαναμπήκε σε λεωφορείο και βέβαια κανένας δε το είχε προσέξει. Ούτε η γυναίκα του. Ούτε ο ίδιος.  Φοβίες, παράξενες φοβίες…

Μετά ερχόταν οι ηλίθιες δικαιολογίες και σκέψεις υποστήριξης. Κάτι σαν το ιππικό των βόρειων. Τι θα μπορούσαν να κάνουν; Τι άλλο; Στο τέλος θα παντρεύονταν μαζί της και θα καταντούσε ένα κακέκτυπο του σημερινού Αργύρη σε άλλο σπίτι, με άλλα ρούχα, άλλα παιδιά και άλλη γυναίκα. Θα μαγείρευε καλά; Θα ήταν ήρεμη; Θα γερνούσε όμορφα; Θα τον βαριόταν;

Χωρίσανε γιατί δεν θα άντεχε τη ρουτίνα. Τη μιζέρια μιας καθημερινότητας που τότε του προξενούσε εμετό αλλά τώρα την έχει αγκαλιάσει τρυφερά και δε μπορεί χωρίς αυτή. Πού χάθηκαν όλα ρωτούσε ξανά και ξανά χωρίς να μπορεί να βρει πουθενά τις απαντήσεις.

Τα μακριά του μαλλιά έγιναν χωρίστρα, τα χέρια του έγιναν γρανάζια κάποιου αφεντικού, η φαντασία του μετατράπηκε σε γραμμική παράσταση πωλήσεων, τα αθλητικά του τα φοράει τις Κυριακές που πηγαίνει στο χωρίο, δε μπορεί πια να γαμήσει όποτε να΄ναι παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της γυναίκας του, τα παιδιά του δεν ξέρουν να παίζουν ποδόσφαιρο και οι παιδικοί του φίλοι έχουν χαθεί από καιρό. Μόνος εναντίον όλων και το άσχημο είναι ότι ξέρει πως δεν θα τα καταφέρει.

Την είχε αναζητήσει μια φορά στο παρελθόν αλλά δεν κατάφερε να βγάλει άκρη. Το είχε αποδώσει χαριτολογώντας σε μια κρίση παλιμπαιδισμού, αλλά τώρα που το ξανασκέφτεται δεν θα έκανε και άσχημα αν την έψαχνε ξανά. Να της ζητήσει ένα συγγνώμη και αν την δεχτεί να την πάρει και να φύγουνε μαζί, κάπου μακριά. Σε ένα μικρό νησάκι έξω από το Περού. Εισιτήρια χωρίς επιστροφή και μόνο μια βαλίτσα. Πάιτα. Αυτό θα ήταν πια το συνθηματικό του. Πάιτα.

Πώς να ήταν τώρα; Σίγουρα θα είχε γεράσει, αλλά θα κρατούσε εκείνη την ομορφιά που την έκανε να ξεχωρίζει. Στα σαράντα και κάτι πια εκείνη, στα πενήντα αυτός. Μεγάλος πια για έρωτα και νέος για θάνατο, σκέφτηκε και ήπιε την πέμπτη και τελευταία του μπίρα μαζί με ένα σφηνάκι που τον κέρασε το κατάστημα. Πλήρωσε και βγήκε στο δρόμο.

Περπάτησε τρία τετράγωνα, έστριψε στο κατάστημα με τα παιχνίδια, πήρε μια μπάλα ποδοσφαίρου για τους μικρούς, μερικά ακόμη παιχνίδια και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Δε πρόλαβε να κάνει πέντε βήματα έξω από το κατάστημα και σηκώνοντας το κεφάλι του την βλέπει να πλησιάζει.

Φορούσε εκείνο το μαύρο παλτό της ενώ γύρω από τον λευκό της λαιμό είχε τυλιγμένο το ίδιο πλεχτό μωβ κασκόλ της. Ήταν ακόμη τόσο όμορφη όπως τότε. Τα μαλλιά της μακριά, τα μάτια της μια ζωή υγρά και τα χέρια της στις τσέπες όπως πάντα. Δε μπορεί και όμως… Σάστισε και περίμενε ακίνητος να έρθει προς το μέρος του. Μέχρι να τον πλησιάσει ένοιωθε τα μαλλιά του να μακραίνουν απότομα και να καλύπτουν τους ώμους του, του ήρθαν στο μυαλό χιλιάδες εικόνες και στίχοι που σκάρωνε εκείνη τη στιγμή – η φαντασία μου- σκέφτηκε , φώναξε συνθήματα σε μια πορεία που περνούσε εκείνη την ώρα τέσσερα στενά παρακάτω και έριξε μερικές πέτρες στους μπάτσους, ένοιωσε τον ερεθισμό στο παντελόνι του και απέκτησε αυτοκυριαρχία σε ένα τομέα που υστερούσε ενώ ξαφνικά είδε πως στο δεξί του χέρι κρατούσε δυο εισιτήρια για Πάιτα. Λένα ξανά, μια ευκαιρία, μια νέα αρχή… Δεν είχε άλλα περιθώρια, είχε φτάσει μπροστά του…

 

 

Πέρασε από δίπλα του και ίσα που πρόλαβε να μυρίσει το άρωμά της. Το ίδιο , όπως τότε. Το τοπίο έγινε ξαφνικά ασπρόμαυρο. Τα μαλλιά του επανήλθαν στη μίζερη χωρίστρα με υποψίες φαλάκρας, οι στίχοι έγιναν επαληθευτικά νούμερα, η πορεία διαλύθηκε, το πουλί του ξαφνικά νεκρώθηκε, τα εισιτήρια έγιναν κομφετί και η άμαξα έγινε πάλι κολοκύθα…

Τελικά όλα γίνονται για να ξεφεύγει πού και πού από τη ρουτίνα. Να έχει να λέει πως κάτι τον περιμένει, να φημίζεται για το ένδοξο παρελθόν του, να ονειρεύεται πως κατά λάθος βρίσκεται εκεί που ζει και πως τελικά για άλλα πράγματα ήταν γεννημένος.

Η γυναίκα απομακρυνόταν και ο Αργύρης συνέχιζε να την κοιτά καρφωμένος στο πεζοδρόμιο όπως τότε. Ανήμπορος να κουνηθεί. Της έδωσε χρόνο να φύγει καθώς παρατηρούσε το ξεφτισμένο κασκόλ που ανέμιζε από τη μια μεριά. Σε κάποια στιγμή σήκωσε το χέρι του και προσπάθησε να την φωνάξει, αλλά ήταν αδύνατο να ακουστεί αυτή η φωνούλα σε μια τέτοια βουή. Το χέρι, έμεινε για λίγο παγωμένο και έπειτα κατέβηκε προσπαθώντας να φτιάξει τα παιχνίδια και τη μπάλα μέσα στη σακούλα για να μη του πέσουν στο πεζοδρόμιο. Η κίνηση του κόσμου άρχισε να αυξάνει ενώ αυτός παρέμενε ακίνητος μέσα στο πλήθος, πάνω στα δυο εκείνα πλακάκια. Απο μακριά ξεχώριζε σίγουρα…

Άρχισαν πάλι να έρχονται σκέψεις. Αποκλείεται να ήταν αυτή, γιατί δεν μίλησε εκείνη πρώτη, τι δουλειά είχε εδώ, κάποιο λάθος έγινε και άλλες ηλίθιες δικαιολογίες. Ξαναγύρισε το κεφάλι μήπως την προλάβει και την είδε να μπαίνει σε λεωφορείο. Το νούμερο 23 την παρέλαβε και υποσχέθηκε να την αφήσει σώα μπροστά από το σπίτι της ή όπου αλλού είχε σκοπό να πάει. Τότε μόνο βεβαιώθηκε πως ήταν εκείνη, αλλά αυτή τη φορά δε μπορούσε να κάνει κάτι. Ξύπνησε μέσα του και  εκείνη η διαολεμένη φοβία για τα λεωφορεία που του απαγόρευε ακόμη και σα σκέψη να βρεθεί μέσα σε αυτά. ..

Χαμένη ευκαιρία. Χαμένη Λένα. Χαμένη ζωή. Επέστρεψε σπίτι και πλακώθηκε στη τηλεόραση. Τα παιδιά λείπανε, το ίδιο και η γυναίκα του. Ίσως να μην υπήρξαν ποτέ. Χάρισε τα παιχνίδια στο γειτονάκι του και πήρε τηλέφωνο στο γραφείο να μάθει αντιδράσεις.

¨Οι άνθρωποι δε συγχωρούν, όσους από αγάπη εκπέσανε ¨ και εκείνος ήταν εκεί γιατί ποτέ δεν έκανε υποχωρήσεις. Λόγια, πόζες, εγωισμοί, φιλοσοφίες… Ένα μαύρο, πιστό σκυλί που ποτέ δε βγαίνει από τη πορεία του. Ένα μοναχικό καράβι που ποτέ δε παρεκκλίνει. «Μια γυναίκα χάθηκε αλλά όχι ο πόλεμος». Αυτό θα ήτανε το νέο σύνθημα  ζωής του Αργύρη. Ένας ακόμη Αργύρης ανάμεσα σε τόσους άλλους. Ένας ακόμη γεννημένος Αργύρης, που έζησε σαν Αργύρης, συμπεριφέρθηκε σαν Αργύρης και πέθανε σαν Αργύρης. Ένας Αργύρης μέσα στους πολλούς…

Advertisements
This entry was posted in Αφηγημα, Κυριακος Αναστασιου and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s