ΠΟΛΕΙΣ- ΔΟΡΥΦΟΡΟΙ , του Κ.Αναστασίου

Μη ζήσουμε γονατιστοί και αυτή τη ζωή μας. Μη μας μετατρέψουν σε κονσέρβες με πλαστικό καπάκι. Μη μας λιώσουν προτού να προλάβουμε να πούμε τα θέλω μας σε κάποιο τσαλακωμένο κρεβάτι. Μη τους αφήσουμε ξανά να αδειάσουν το σώμα μας από ότι ανθρώπινο του έχει απομείνει. Μη τους δείξουμε πως νίκησαν. Μη γίνουμε το άλλοθί τους. Ας κάνουμε άλλη μια προσπάθεια πριν νυχτώσει οριστικά.
Στη γη ετούτη, το φως θα αργήσει να έρθει ξανά ενώ μέχρι τότε θα ζούμε ως ποντικοί λαίμαργοι και αλήτες σε κάτι μισογκρεμισμένες γκαρσονιέρες οι πιο τυχεροί, ενώ οι υπόλοιποι σε δρόμους και πλατείες θα γυροφέρνουμε άσκοπα ψάχνοντας μαζί με κανένα κομμάτι ψωμί στα σκουπίδια παράλληλα κάποιο ίχνος ξεφτισμένης και πολυφορεμένης ελπίδας του παλιού καλού καιρού.
Οι φίλοι μας θα έχουν φύγει ένα παγωμένο πρωινό μιας ξεχασμένης Παρασκευής, ενώ εμείς για κάποιον ανεξήγητο λόγο θα συνεχίζουμε να πεθαίνουμε κάθε Δευτέρα. Τα όπλα που θα κρατάμε θα είναι τόσο γελοία όσο και οι φάτσες μας μπροστά στις ασπίδες τους. Παρόλα αυτά πρέπει να πάμε, πρέπει να βρεθούμε εκεί, απέναντι στο αίμα, στην ξεφτίλα, στην αλλοτρίωση, στον φόβο, στο σκοτάδι, στο αιώνιο τίποτα…
Δύσκολα πράγματα θα μου πεις πως σου βάζω. Προτιμάς τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, την θαλπωρή της οικογένειας, το μείνε των δικών σου, την ομορφιά της μέρας, την γραμμή των οριζόντων, το σε αγαπώ, το ¨μαζί¨. Κούφιοι θα φύγουμε δηλαδή; θα σε ρωτήσω. Θα έρθουν οι επόμενοι και άξαφνα γύρω στα είκοσι τους θα αναρωτηθούν για εμάς, για τη γενιά μας, για σένα, γεννήθηκαν αυτοί οι άνθρωποι; Έζησαν;
Άξαφνα θα βγει κάποιος από μας μπροστά και ξέρεις τι θα αρχίσει να τους λέει σε στυλ σοφό και βαρύγδουπο; Πως μια φορά και ένα καιρό ήταν ο κόσμος διαφορετικός, οι άνθρωποι μπορούσαν να βγουν από τα σπίτια τους και να κάνουν βόλτες στους δρόμους χωρίς να χρειάζεται να ζητήσουν άδεια, διάλεγαν τα τρόφιμά τους και κάποιοι μπορούσαν να τα παράγουν οι ίδιοι, ο αέρας δε μύριζε δηλητήριο και κανένας δεν ήταν αναγκασμένος να φοράει μάσκα για να μην ρουφάει τον θάνατο, τα παιδιά μπορούσαν να γελάνε δίχως φόβο αλλά τα βράδια αν γύριζες το κεφάλι σου προς το πάρκο έβλεπες ζευγάρια να φιλιούνται τρυφερά. Ενώ κλείνοντας τη βαρυσήμαντη αυτή ομιλία του θα πει πως όλοι εμείς οι μέλλοντες παλαίμαχοι επαναστάτες κάναμε ότι ήταν να κάνουμε και ασφαλώς με το παραπάνω, χωρίς να ζητήσουμε ποτέ σύνταξη ή κάποιο επίδομα εθνικής αντίστασης.
Εκείνη τη στιγμή θα σταθεί κάποιος δίπλα του για να τον φτύσει χυδαία στο πρόσωπο γελώντας. Τίποτε από όλα αυτά δε ίσχυε, όλα ήταν μια πλάνη και το άσχημο είναι πως το γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά. Τα δικαστήρια στήνονταν από πάντα και καρτερούσαν στη γωνιά τη λάθος κίνηση, οι χαφιέδες καραδοκούσαν κρυμμένοι σε ρολόγια, τσέπες, ντουλάπια και πατάρια το πισωγύρισμα, τα χακί μας περιτριγύριζαν πονηρά και εποφθαλμιούσαν την ζωντάνια μας, οι παράξενοι δειλοί με τα εθνικά ιδεώδη στα χείλη και τη ζωγραφιά κοντά στον ώμο τρομοκρατούσαν αβοήθητους και ταπεινούς χωρίς ελπίδα για ζωή ενώ οι κύριοι με τους σταυρούς στη πλάτη, την κάλπη στη ντουλάπα και τους φουσκωτούς γορίλες καταπατούσαν κάθε δικαίωμα ζωής που μας είχε απομείνει χωρίς να κουνιέται φύλλο πίσω από ένα αόρατο πέπλο νομιμότητας που εγκαθίδρυσαν οι ίδιοι.
Η γαλέρα έχει ξεκινήσει από καιρό και το αναιμικό της πλήρωμα έχει αρχίσει να φαγώνεται από τη πείνα. Τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους είναι από αίμα και αυτό πια δεν αλλάζει. Όσοι αντιστέκονται με τρόπο που ενοχλεί, συγκρουόμενοι με την άρχουσα τάξη και τους νόμους της που τους έχει προστάτες ούτως ώστε να μπορεί να τους εκμεταλλεύεται και να κάνει κουμάντο σε όλα καταντούν νεκροί, σωματικά ανάπηροι, με εγκεφαλικές βλάβες, πειραματόζωα κάποιου εργαστηρίου όπου επιστημονικά το ονομάζουν ¨ίδρυμα¨, έγκλειστοι σε μοντέρνα κτήρια- κάτεργα ενός ακραία σύγχρονου και μοντέρνου κράτους, όπου ρουφάει μέσα του ότι ζωντανό προσπαθεί να κρατηθεί όρθιο.
Όποιος δε πεθαίνει είναι θαμμένος ζωντανός, σε φυλακές αναμορφωτήρια, σε πόλεις- δορυφόρους, στα μοντέρνα κτήρια, στις πανέμορφες φυλακές ανηλίκων στους παιδότοπους, στα σχολεία συσκευαστήρια, στις εξοπλισμένες κουζίνες, στα προσωπικά παλάτια, στα εξοχικά, στα εύκολα ναι, στα άχρηστα όχι, στα πρέπει των τρίτων, στα θέλω των γονιών, στη σφαίρα που σημαδεύει πάντα τον αιώνιο στόχο, το μυαλό σου.
Τοκογλύφοι μπουκάρουν με το έτσι θέλω στη καρδιά σου και οικοδόμοι αρχίζουν να ψηλώνουν κτήρια γύρω σου για να μη βλεπόμαστε. Παρόλα αυτά πριν χτιστεί ο τελευταίος όροφος όπου θα σε κρύψει εντελώς από μπροστά μου θα προλάβω να σου φωνάξω πως κάποια στιγμή θα βρεθούμε, θα έχουμε γυρίσει όλοι και θα είναι όπως παλιά. Γέλια, τραγούδια, φωνές γύρω από παρέες που κάθονται στρόγγυλα και ξέρουν τι ζητάνε με συνείδηση. Τότε που ήμαστε στα δεκαοχτώ και όλα φάνταζαν τέλεια. Θα αγαπιόμαστε τρυφερά και θα είμαστε πολύ πιο ανόητοι για να τους πιστέψουμε αλλά και πολύ πιο γενναίοι για να αντιπαρατεθούμε απέναντί τους. Νεκροί ή ζωντανοί δε θα έχει καμία σημασία πια, πίστεψέ με.
Θα περπατήσουμε ξανά, πιασμένοι χέρι- χέρι σε χρόνια δύσβατα, οι δρόμοι μπροστά θα είναι κλειστοί αλλά εμείς θα βρίσκουμε τρόπο να περνάμε. Stalker, αυτό τελικά είναι που χρειαζόμαστε, αλλά ακόμη και αν δε βρούμε μπορούμε να εναλλάσσουμε τον ρόλο από πρόσωπο σε πρόσωπο μέχρι να τα καταφέρουμε.
Πίστεψέ με πως η φωτιά, που μας απειλεί δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια οφθαλμαπάτη. Ας μπορέσουμε να δούμε μέσα από αυτήν όλα όσα μας υπόσχεται το μελλοντικό κάρβουνο που θα πάρει τη θέση της, η στάχτη. Έρχεται καυτή και καπνισμένη με μια υπόσχεση, με μια ελπίδα για ένα ξεκίνημα αλλοτινό και συγκρότηση νέας ιδεολογίας και τρόπου διαβίωσης. Όλα θα γίνουν ξανά από άλλους ανθρώπους, χωρίς ιδεολογίες πολιτικές και κοσμοθεωρίες παγκοσμίου εμπορίου και οικονομίας, σημασία έχει να μένεις άνθρωπος και να πολεμάς για αυτό το σκοπό.
Βαραίνω τη θέση μου κάθε πρωί που περιμένω να ξυπνήσεις κοιτώντας τη γυμνή σου πλάτη και μετρώντας πάνω της τις χάντρες από το κομπολόι που σχηματίζεται. Σου δίνω υποσχέσεις μα κατά βάθος γνωρίζω πως όλα είναι μάταια. Θα απογοητευτείς ξανά όπως τότε και θα αρχίσεις πάλι τις ερωτήσεις για τη ζωή που μας χάρισαν και δε τη ρουφήξαμε μέχρι τέλους. Ότι και να σου πω πια είναι μάταιο, μια ευχή κάνω να μην ανοίξεις τα μάτια σου μέχρι να φύγει όλη αυτή η βρωμιά, να μείνεις στον αιώνιο ύπνο μέχρι να αλλάξουν τα πράγματα και αφού έρθει η δική μας σειρά να σηκωθείς από το κρεβάτι γυμνή και νέα όπως τώρα για να χαρώ όλα σου τα νιάτα μεμιάς, χωρίς το δάκρυ που είναι έτοιμο να τρέξει από τα μάτια σου για τη μη χαρά που σου πλασάρουνε έντεχνα.
Όλα τότε θα είναι δικά μας. Να δεις όμως που πάλι θα μας προδώσουν Σάββατο…

Advertisements
This entry was posted in Ιαχές, Κυριακος Αναστασιου and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s