ΣΥΡΡΑΦΗ – Κ. Αναστασίου

images●   Η ελπίδα και η νεότης  έννοιες αφηρημένες στη ζωή μας, κάτι σα τη μαρμελάδα που γλύφει το μωρό από τα δάχτυλα μα δε τη χορταίνει.  Τα περίεργα  παιδιά, θύματα τερατογενέσεων,  που κατέβαιναν  τα βράδια στη πόλη από τα μαύρα και σκοτεινά βουνά των γύρω περιοχών, έχουν μειωθεί αισθητά. Πράγμα που πρέπει να μας τρομάζει όλους. Εκτός πια, εάν αφομοιώθηκαν από τα καλοσχηματισμένα κουτάκια των πόλεων και τους καθρέφτες τους και έτσι,  κανείς πια δεν ξέρει ότι ζούνε κάπου εδώ αναπνέοντας  ήσυχα μαζί  μας τον πολύτιμο  αέρα. Μόνο όταν η μαύρη μπότα πέσει πάνω σε κάποιο από αυτά και τα λιώσει ακούμε τον σπαραχτικό ήχο που κάνουν τα κόκκαλα όταν τσακίζουν.  Ο πόνος, που μας λέει ότι υπάρχουνε ακόμα. ( εις Κ.Κ.)

● Θα πέσει η πόλις. Αργά ή γρήγορα θα αναγκαστούμε να βγούμε στους δρόμους. Όχι για διαμαρτυρία, τότε θα είναι αργά για τέτοια.  Θα πάρουμε τους δρόμους για τα εξοχικά μας όπου θα έχουν καταληφθεί από οπλισμένους μετανάστες. Η ώρα του λύκου ,που λένε, αν με καταλαβαίνεις. Η νύχτα θα είναι μεγάλη, το σκότος βαθύ και τα μάτια σου δε θα γυαλίζουν για να μου δίνουν κουράγιο. Ελπίζω μόνο να μη τα κλείσεις.  Αν αντέξεις λίγο ακόμη, θα σε πάρω να κλειστούμε στο δωματιάκι μου, θα τους περιμένουμε εκεί για τη τελευταία μάχη. Όλοι να κλαίνε και να οδύρονται, εμείς ήττα δε θα παραδεχτούμε. Προτιμώ να πεθάνουμε όρθιοι και αν όχι από σφαίρα δική τους, με χαρά διπλή θα σου επέτρεπα να σφηνώσεις τη καραμπίνα σου στα δόντια μου. Σαν και πρώτα, όρθιοι και μόνοι…  Δε θα τους αφήσουμε να μπούνε, δε θα ζήσουμε σκυφτοί ξανά. ( εις Μ. Α.)

●  Κάθε που τραβάς το σχοινί, ακούς το κροτάλισμα να σκάει ίσα στο αυτί σου τρυπώντας σου το τύμπανο. Παράνοια, θα έλεγε ο κύριος με τις πιτζάμες και το τηλεκοντρόλ ανά χείρας. Αυτοδιάθεση, συνοδευόμενη από βαθύτατη συνείδηση θα αντιπρότεινα. Δεν είναι και εύκολο…  Κακογερασμένες βασίλισες στο ξεμωραμένο μυαλουδάκι σου, σε κατάντησαν ερείπιο του νεανικού σου εαυτού. Παρόλα αυτά, συνέχιζε, κράτα με τα άσχημα χέρια σου  το σκοινί και τράβα το με όση δύναμη έχεις… Κάθε μέρα όμως. Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό. Ποιος ξέρει; Ο βαθύς σου λάκκος ίσως και να γεμίσει. Απο σκατά όμως. Τότε θα βγεις στην επιφάνεθα παίρνοντας μιαν ανάσα κι εσύ. (εις Κ.Β.)

●  Δικό μας θα είναι εκείνο το αστέρι, οι άλλοι φύγανε μια Δευτέρα με βροχή στο τζάμι και βρώμικα  νερά στους δρόμους. Μας παράτησαν χωρίς δάκρυ και σκέψη. Δυο μας μείναμε, να ψάχνουμε το χαμένο εισιτήριο για τη θάλασσα στο μάταιο ετούτο κόσμο. Αργεί το τέλος; Ξέρεις; Ούτε πόρτα, ούτε σκαμνί, ούτε καν έρωτας. Μας τσάκισαν και κουράστηκα, μαζί μου και εσύ κι ας κάνεις πως δε σε νοιάζει. Λέω απόψε να πεθάνουμε, κάπου άκουσα πως νεκρούς θα μας φοβούνται πιο πολύ. ( εις Τ.Λ.)

● Κουράστηκε η γενιά μου. Δεν αντέχει πια πολλά και ζητάει ολοένα και περισσότερα. Μόνη της απόλαυση να γυρίζει τα απογεύματα ξεθεωμένη σπίτι, να γουρλώνει τα μάτια μπροστά στο φωτεινό τετράγωνο και να κρατάει στο δεξί κάτι που μοιάζει ποντίκι αλλά δεν είναι.  Εικονικά ζωάκια, εικονικοί φίλοι… Φαντάσου λέει μια νύχτα χωρίς καλώδια. Θα πεθάνεις από το φόβο σου! Οι αγκαλιές μας, άχρηστες πια στου χρόνου το παιδομάζωμα. Κουράστηκε η γενιά μου, τα βράδια για να κοιμηθεί διαβάζει e-mail. Κουράστηκε η γενιά μου, από τα δεκαοχτώ της ακόμη, τότε που πριν βγούμε στους δρόμους  μια φωνή μας συμβούλευε να γυρίσουμε πίσω ελεύθεροι. Με την παλιά την έννοια, την καθαρή, την αντρίκια. Κουράστηκε η γενιά μου και την έφτυσα. Πήγα με τους μαθητές… (εις Α.Τ.)

● Το έκαψα το γαμημένο το σπιτάκι του, όχι από πολιτικές απόψεις κόκκινων δεινοσαύρων του στυλ είμαστε όλοι ίσοι. Αλλά γιατί δεν  μπορούσα να ακούω άλλο πια εκείνο το  : ¨Καλά είμαι εδώ¨ και ¨Δόξα σοι, ο Θεός¨.  Απορούσα έτσι όπως τον έβλεπα, κατουρημένο από φόβο να τρέχει, αν ποτέ θα πάρει είδηση το μεγαλείο της υποτακτικότητάς του. Αποκλείεται. Ακόμη και εκείνη τη στιγμή έψαχνε τα κανάλια, να εκτονώσει το δράμα του. Πριν προλάβω να τον φωτογραφήσω ήρθε μια μπάντα του δήμου, παρέα με μια εξέδρα γεμάτη επισήμους που κρατούσαν στους ώμους τους κάτι ανάπηροι, συνταξιούχοι της εθνικής αντίστασης- παλιοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ και σημερινοί αγανακτισμένοι. Η αντίσταση συνεχίζεται σκέφτηκα και άναψα τσιγάρο. (εις Μ.Κ.)

Advertisements
This entry was posted in Ιαχές, Κυριάκος Αναστασίου, Κυριακος Αναστασιου, Σπιτι στην Καμαρα and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s