Χορός ( ως το τέλος) – του Κ. Αναστασίου

images 1      Τι κι αν ο σπόρος που ρίξαμε έπεσε σε άγονη γη ; Όσο νερό και να ρίξαμε δεν καταφέραμε να κάνουμε τίποτα άλλο παρά μόνο λάσπη. Από λάσπη λένε πως γίνανε και οι άνθρωποι, από λάσπη κι εμείς – μα είναι δυνατόν;

Μέχρι χθες ακόμη, μου έστελνες περιστέρια κάθε πρωί. Δε θέλω άλλα, χόρτασα. Δε λένε και τίποτα βλέπεις. Με κοιτάνε αμίλητα σαν ηλίθια και περιμένουν να τους ανοίξω τη πορτούλα για να πετάξουν ως το πρώτο ηλεκτροφόρο σύρμα που θα βρούνε. Να ακουμπήσουν εκεί και να τα βλέπουν όλα από ψηλά νομίζοντας πως είναι έξυπνα.

Ο Πετρόπουλος στον επικήδειό του, έγραψε για τις δυο αδικίες της ζωής. Την φτώχεια και την ερωτική καταφρόνια. Πόσο δίκιο είχε.

Τα χρόνια που τσακίστηκαν στο αεροπορικό δυστύχημα  δε τα υπολογίζω πια. Έτσι κι αλλιώς κάποια στιγμή θα βρούμε άλλα σώματα, άλλα μάτια, άλλα παιδιά, άλλους φίλους, άλλα σπίτια να κοιμόμαστε, άλλα μαξιλάρια να δαγκώνουμε, άλλους φόβους να αγαπάμε, άλλα δάχτυλα να σφίγγουμε. Αυτό που φοβάμαι, είναι ότι δε θα βρούμε ποτέ πια τον εαυτό μας.

Στο τέλος του χορού, λέει, οι άνθρωποι πεθαίνουν ή αγαπιούνται μέχρι τέλους. Μα το τέλος της αγάπης δεν είναι ο θάνατος;

Η ορχήστρα θα είναι στη γωνία. Δυο βιολιά, το ένα φλεγόμενο. Ένα βιολοντσέλο, κλεμμένο από τη συμμορία και ένα ακορντεόν να παίξει μόνο του στο τέλος, ένα βαλς. Το βαλς της ζωής μας, που θα έλεγε και ο Αγγελόπουλος.

Έτσι, ξέγνοιαστοι και ανάλαφροι κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου και μαζί όλου του κόσμου, κατηφορίζουμε προς το τέλος της σκηνής. Το φως αρρωστιάρικο και κίτρινο. Τα ρούχα μας ξεθωριασμένα και η αίθουσα βρώμικη από τους προηγούμενους. Παρόλα αυτά ο χορός μας, θα κρατάει για ώρα. Η ορχήστρα ακούραστη, ο μαέστρος ερωτευμένος και εμείς αθάνατοι.

Ένα παιδάκι θα προλάβει να τρέξει, κάνοντάς μας να χαμογελάσουμε. Τα περιστέρια σου θα χαζεύουν από το τζάμι. Τα δάχτυλα θα ιδρώνουν και τα κρεβάτια με τους νεκρούς στον επάνω όροφο θα νοιώθουν τύψεις που δε θα μπορούν να κατέβουν να χαζέψουν και αυτά.

Κάτι παλιοί φίλοι θα στενοχωρηθούν, αλλά δε βαριέσαι, τι να ξέρουν αυτοί από άδειους δρόμους και βρεγμένα πεζοδρόμια; Από χιονισμένα μπαλκόνια; Από νεκρά έντομα και πασχαλιές ανθισμένες; Από σημάδια του θεού στα μέτωπα και στις παλάμες, από δακρυσμένες εικόνες, από τριαντάφυλλα σπασμένα και από καρδιές σε φορμόλη; Από πρωινά ραντεβού στο καφενεδάκι; Τίποτα. Όλα εμείς τα ξέρουμε, οι σοφοί του κόσμου.

Τον χειμώνα που μας πέρασε, μας έψαχνε όλος ο κόσμος. Μας έχασε , λέει. Η μελαγχολία του και η παγωνιά κατάφερε και μας βρήκε. Βαλσαμωθήκαμε σε άσπρα κτίρια με κάτι σίδερα στη κορυφή τους. Είμαστε λέει παιδιά, όταν γνωριστήκαμε και μας κάνανε να ζήσουμε σα γέροι. Μαραθήκαμε.

Καθώς ο χορός τελειώνει, μου ψιθυρίζεις το τετράστιχο του Παλαμά :

«Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι »

 

Σκέφτομαι πως έτσι πρέπει να είναι. Θέλει και το γκρέμισμα καρδιά. Δεν είναι μόνο οργή. Είναι και όλα τα άλλα.

Τα πόδια σου δεν ακολουθούν. Τα νοιώθω καρφωμένα στις ίδιες πέτρες, στα ίδια σπίτια, στους ίδιους ανθρώπους. Προχωράω προς το τέλος της αίθουσας και δεν ακολουθείς. Δεν υπολογίζω τίποτα. Μετωπική. Η μουσική δε σταματάει. Οι παλάμες απομακρύνονται, όπως τότε. Ο μαέστρος δε δίνει σημασία σε κανέναν πια, η μπαγκέτα του χορεύει στο δικό της κόσμο και ο ακορντεονίστας έχει νυστάξει. Το βαλς που μας υποσχέθηκε δε θα το παίξει ποτέ.

Η πόρτα ανοίγει, σα πόρτα λεωφορείου, και ρουφάει μέσα της όσο φως είχε η αίθουσα, αλλά για κάποιο λόγο δε φωτίζεται. Μένεις πίσω με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Είπαμε, δάκρυ δε θα κυλήσει άλλο. Του κόσμου οι σοφοί και οι μάγοι μας χάρισαν απλόχερα σκληράδα, σοφία και άρνηση.

Οι νότες έρχονται ακόμη αν και η πόρτα πίσω έκλεισε. Βέλη που τρυπάνε αυτιά. Σκοτάδι μέχρι να ξημερώσει. Κάποιοι λένε πως σε αυτή τη χώρα δε ξημερώνει ποτέ.

– Τότε πώς ανθίζουν τα λουλούδια; Ρωτάω.

– Ποια λουλούδια, αφού δε τα βλέπεις;

– Μπορώ και τα μυρίζω, και η κουβέντα τελειώνει κάπου εδώ.

 

Πρόλαβα να αφήσω απαλά στη τσέπη σου μια χαρτοπετσέτα με ένα ποίημα, « Φεγγάρι αιώνιο…». Ελπίζω να το δεις πριν πλύνεις τη ζακέτα σου…

 

Advertisements
This entry was posted in Ιαχές, Ιαχες, Κυριάκος Αναστασίου, Κυριακος Αναστασιου and tagged , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s