Πάμε όμορφή μου* – του Κ. Αναστασίου

time-of-the-gypsies61    Άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή σου και έγιναν καπνός. Σκέφτεσαι, τα βράδια συνήθως, πως (δε μπορεί) θα ξαναγυρίσουν. Ένα τηλέφωνο είναι όλη η υπόθεση. Μάταια όμως… Ποτέ δεν κατάλαβες τι έφταιξε και όλα έγιναν σκέψεις μακρινές, που ώρες – ώρες, ξαναγυρίζουν σα φάρσα της ιστορίας. Εμείς είμαστε η ιστορία, σου είχα πει. Λάθος! Μέχρι κι εμάς μας ξέρασε…

Οι σκέψεις σου; Τα όνειρά που αναγκάστηκες να τα τσακίσεις, νύχτα χωρίς φεγγάρι; Ο δολοφόνος χρόνος; Κάτι γέροι γονείς που παρόλα αυτά επεμβαίνουν χωρίς λόγο; Όλα αυτά και τίποτα μαζί…

Τα λόγια; Πού πήγαν όλα αυτά τα λόγια; Χάθηκαν κι αυτά, εκείνο το βράδυ που έκλαιγες σα μωρό. Τέλος.

Άκουσα πως οι άνθρωποι μπορούν να λένε ¨ σ΄αγαπώ ¨ περισσότερες από μια φορές. Κουνάω το κεφάλι μου από την ταραχή. Δε μπορεί… Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για τους ίδιους ανθρώπους… Οι άνθρωποι που αγάπησα, είναι αγνοί και καθάριοι. Δε κουνάνε τους κώλους τους σε νεκροζώντανες μπάρες και δεν πίνουν κερασμένα ποτά από τον κάθε τυχαίο που βιοπορίζεται ως μπάρμαν – άλλο πάλι και τούτο, έτσι;

Οι άνθρωποι που αγάπησα άκουσα πως υπάρχουν ακόμα, στέκονται απέναντι στα οδοφράγματα του κράτους και βιοπορίζονται με δυσκολία. Ξαπλώνουν σε βρεγμένα πεζοδρόμια, ζητιανεύοντας για δέκα λεπτά, ίσα να πάρουν ένα κουλούρι.

Οι άνθρωποι που αγάπησα, δε ζήλεψαν ποτέ τα πλούτη, τη δόξα και την εύκολη ζωή. Ανήμποροι και ελεύθεροι περιμένουν ένα χέρι, ένα νεύμα, να τους οδηγήσει στο τέλος. Έχοντας δίπλα, όλους εκείνους που δεν κατάφεραν να κρατήσουν στην πρώτη τους ζωή. Την καλή όπως λένε. Όλους εκείνους που τους πρόδωσαν για ένα καλύτερο αύριο. Για μια θεσούλα στο δημόσιο. Για μια μονιμότητα στο βούρκο της κρατικοδίαιτης λιτανείας. Για ένα μέλλον με φωτογραφίες γάμου σε βιτρίνες καταστημάτων και ροζ κουφέτα σε πάγκους εκκλησιών. Για δακρυσμένους συγγενείς από νυφικά και άσπρα τούλια. Για μια ζωή ίδια με των προηγούμενων. Για ένα τέλος αντάξιο των γονιών μας. Για ένα κομμάτι ψωμί, δε φτάνει μόνο η δουλειά…

Άνθρωποι τελειωμένοι, ράκη της καθημερινότητας που φτύνουν στα μούτρα κάτι τύπους που το πρωί είναι δούλοι και το βράδυ χτυπιούνται με ροκ μουσικές και κάτι δήθεν στιχάκια για τελειωμένους έρωτες και χαμένες αγάπες. Επαναστάτες της πλάκας και του ξερατού. Τους έχουν καταλάβει εδώ και καιρό. Αέρα κοπανιστό πουλάνε μήπως μπορέσουν και βρούνε κανένα σώμα ελεύθερο να κάνουν τη δουλειά τους κι απόψε, ενώ για αύριο έχει ο Θεός… Ποιος Θεός δηλαδή;

Οι ταινίες που βλέπουνε είναι ασπρόμαυρες, με υπόθεση ανάλαφρη και συνήθως πολλά τσιγάρα στα στόματα των πρωταγωνιστών. Κανείς δε τους ρώτησε το λόγο, κανένας δεν έμαθε ποτέ την αφορμή. Τέρμα τα θαύματα, τα σινεμά κλειστά. Το θέμα τελικά είναι να μη φανείς μπόσικος. Αν φανείς, έστω και λίγο , έχεις περάσει απέναντι και άντε μετά να ξαναγυρίσεις. Άδικα πήγανε οι ταινίες, άδικα τα ξενύχτια, άδικα οι κουβέντες… Ένα κορμί μέσα σε άλλα. Ταξιδιάρικο όπως πάντα και αλατισμένο από το πέλαγο της άλλης ηπείρου. Το μόνο που έμεινε τελικά, κάτι άπλυτα ποτήρια στο νεροχύτη, οι γόπες του Bogart  στο ξύλινο πάτωμα, η μπερδεμένη τράπουλα στο τραπέζι και οι απορίες σου σχετικά με το νόημα… Τι θέλει να πει ο ποιητής και άλλες παράλογες ερωτήσεις…

Οι ποιητές σκοτώθηκαν νύχτα του Νοέμβρη, καλό μου, καθώς εγώ φυλούσα σκοπιά στη Κατερίνη ή σε κάποιο άλλο φυλάκιο της μπανανίας. Θα τα μάθεις όλα τελευταία στιγμή καθώς οι εκσκαφείς θα ρημάζουν το χωριό σου. Ανάπτυξη λέει. Λεφτά λέει. Καρκίνος λέει. Θάνατος.

Άλλοι χωρίζουν από θάνατο, εμείς από ανάπτυξη. Για να παραφράσω και τον μέγιστο Λειβαδίτη.

Είναι πολλά τα λεφτά θα μου πεις και δε θέλεις και ελεημοσύνες. Δεν τις ζήτησες κιόλας. Οι γείτονές μου αυτοκτόνησαν χθες βράδυ από ντροπή κι εσύ το παίζεις σταρ της έβδομης τέχνης και της γειτονιάς σου . Τον έρωτα φαρμάκωσε η μιζέρια, μεγάλη Άκη. Τελικά κανείς δε θα γλυτώσει.

Χάρτινα καραβάκια που μας έριξαν στο πέλαγο. Τόσο άντεξες, τόσο ήταν το ταξίδι σου. Τελικά δεν πρέπει να κατάλαβες και πολλά πράγματα από όλο αυτό. Μόνο το ηλίθιο χαμόγελο πρέπει να έμεινε μαζί με κάτι βλακώδεις αναστεναγμοί για το αύριο που ποτέ δεν ήρθε.

Ακούω την ηλικιωμένη γυναίκα να βρίζει τις δυνάμεις καταστολής και να τραγουδάει απέναντί τους κάποιο παραδοσιακό τραγούδι. Σκέφτομαι πως αυτοί οι άνθρωποι δε φοβήθηκαν ποτέ και ούτε ποτέ υποτάχτηκαν στα πρέπει των γύρω τους και της τάξης. Άλλη πάστα ανθρώπων, θα μου πεις και δε θα διαφωνήσω. Αλλά πάρε ρε άχρηστο τομάρι, παράδειγμα από αυτούς και άλλαξε τη ζωή σου. Κάποιος τα παρατάει όλα, κάποιος αλλάζει ζωή, κάποιος αυτοκτονεί, κάποιος αλλάζει εαυτό, κάποιος αλλάζει ψυχή με το γείτονα. Εσύ τι κάνεις ; Περιμένεις τον όμορφο για να τον ντύσεις γαμπρό και την κούκλα για να την κάνεις νύφη;

Δράσε επιτέλους και δείξε πως δεν ήρθες κατά λάθος σε αυτόν τον πλανήτη. Απέδειξε επιτέλους πως κάτι κυλάει μέσα στις φλέβες σου και δεν εννοώ το αίμα . Είναι το νερό που σε συνδέει με προγόνους. Με ανθρώπους που εκτιμούσαν καταστάσεις, σχέσεις και εποχές.

Έρχονται κάτι τυχαίοι στον ύπνο σου και αρπάζουν ότι έχεις. Τον τόπο σου, τη ζωή σου, την καρδιά σου, τους ανθρώπους που αγάπησες ( ή έτσι λες τουλάχιστον). Κάθεσαι σα το μαλάκα και τους κοιτάς. Το σαράκι που σε τρώει δε πρόκειται ποτέ να φύγει. Διώξε το και ακολούθησε τη καρδιά σου. Η πίκρα στο στόμα θα μείνει αιώνια και οι μπουλντόζες έξω από τη πόρτα σου θα ξεριζώνουν κι από ένα δέντρο κάθε φορά.

Οι φλόγες του αναπτήρα έχουν κάψει τα πάντα και ο χρυσός που εξορύσσεται από το έδαφος της καρδιάς μας δε πιάνει και πολλά φράγκα στην αγορά τους. Βρες το φάρμακο που είναι ικανό να κάψει όλες τις πληγές και να γιατρέψει τα τραύματα.

Ο στρατιώτης πεθαίνοντας είπε πως θα περιμένει. Κάθε που βραδιάζει τον θυμάμαι και κλαίω. Πού να ήξερε ο άτυχος ότι υπερασπιζόταν μια πουλημένη πατρίδα και μια καρδιά πλαστή σε πεντοχίλιαρο. Τόσα , μου είπανε, έπιασε στο παζάρι του Σαββάτου.

Παρόλα αυτά εμείς θα συνεχίσουμε να αγαπάμε τους ίδιους ανθρώπους. Τα ίδια λάθη και τα ίδια χαμένα κορμιά. Θα συνεχίσουμε να αντιστεκόμαστε στα ξεπουλημένα σώματα και μυαλά που προδίδουν χώματα, καρδιές και όνειρα και θα συνεχίσουμε να επιπλέουμε σε ουρανούς που ανοίγονται μπροστά μας καθαροί και γαλάζιοι. Γεμάτοι ανθρώπους ειλικρινείς, αγαπημένους, ζωντανούς και ερωτευμένους.

Πάμε όμορφή μου, εκεί που χαράζει στις κορφές. Το ξέρω . Εκεί είναι όλοι αυτοί. Αχνό γαλάζιο ροζ και όλοι όσοι αγαπήσαμε μας περιμένουν με χαμόγελο και άσπρα κρινάκια. Κορίτσια γυμνά πάνω σε άγρια άλογα με τα μαλλιά τους να ανεμίζουν κι εσύ να κρατάς μαντήλι γαλάζιο κουνώντας το σα παιχνίδι. Οι ροδακινιές θα ανθίσουν ξανά και τα αστέρια κατακόκκινα θα πέφτουν για άλλη μια φορά στο πηγάδι, περιμένοντας ευχές που δε θα πραγματοποιηθούν για ακόμα μια φορά.

Αχ, Παναγία , Μυρτώ μου, κανείς δε σ΄έχει αγαπήσει πιο πολύ, όπως μια Κατερίνα το παιδί… Ακούω μόνο τη βροχή… Ακούω μόνο τη σιωπή… Σε μια καμένη γη…

Δόξα ρε λάσπες…  Αγάπη ρε νεκροί…

*εμπνευσμένο από το ομότιτλο ποιήμα της Κ. Γώγου « Πάμε όμορφή μου»

( φώτο : Ο καιρός των τσιγγάνων – Emir Kusturica)

 

Advertisements
This entry was posted in Ιαχές, Ιαχες, Κυριάκος Αναστασίου, Κυριακος Αναστασιου. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s