Εκδρομή – του Κ. Αναστασίου

ΦΩΤΟ-20-1Οι φίλοι μας ξεχάστηκαν σε μια παλιά ταβέρνα, που ποτέ δε τους κάναμε το χατήρι να πάμε. Οι αρουραίοι τριγυρίζουν ακόμη στο μουχλιασμένο υπόγειο του παλιού μας σπιτιού κι όλοι όσοι περιμέναμε δε θα έρθουν. Οριστικά πια.

¨ Το πειρατικό του  κάπτεν Τζίμη/ που μ΄αυτό θα φύγετε κι εσείς… ¨ .

Ρε συ, να σου πώ κάτι; Βαρέθηκα! Αν θες να αλλάξεις κάτι, κούνα το δάχτυλό σου και άσε τις μαλακίες. Σταμάτα να κλαίγεσαι σε αγκαλιές, φρεσκοπλυμένα μαξιλάρια και φωτεινές οθόνες. Η ζωή είναι εκεί έξω και ανασαίνει κρυφά πριν την πάρει είδηση ο καρκίνος. Σα χθες ήταν που ο Βασίλης ένοιωθε παράξενους πόνους στο στομάχι. Σε έξι μήνες, κάποια περιποιημένα γυναικεία χέρια που μύριζαν κρέμα λεμόνι, θα τον σκέπαζαν με ένα άσπρο σεντόνι. Δωρεάν μαθήματα παρέδωσε αλλά κανείς δεν τα αφομοίωσε. Τα αναμενόμενα ψευτοδάκρυα μαζί με μια ιδέα από όρκους μνήμης και ολίγη απο άλλες μπούρδες. Λόγια, πόζες και χαμομήλι στα στομάχια μας για να ξεγελάμε την πείνα…

Εσύ, εγώ και όλοι αυτοί, ποτέ δε μάθαμε τίποτα. Περιμένεις, μάταια, κάθε βράδυ να αλλάξει η ζωή σου. Περιμένει πλάι σου και εκείνη μήπως και δει μιαν άσπρη μέρα.

Από τότε που μας ρίξανε σε αυτή την άκρη όμως, ποτέ δεν είδαμε φως και ξέρεις γιατί; Γιατί τα καλοκαίρια μας τα ρουφούσαμε με τα μάτια κλειστά από την απόλαυση και τους χειμώνες φορούσαμε τα μαύρα κασκόλ περπατώντας με τις ώρες στα παγωμένα πεζοδρόμια. Τους δίναμε έτσι χρόνο να λειτουργήσουν όπως ήθελαν αυτοί. Πού είναι τα γαλάζια πεύκα; Τα κέρματα στη τσέπη; Τα τάϊσες στο τελευταίο κουλοχέρη της διαδρομής;

Σε ποια χώρα θα θέλατε να ζείτε; Σε αυτήν εδώ. Σε ποια εποχή θα θέλατε να ζείτε; Στη σημερινή. Με ποιους ανθρώπους θα θέλατε να είστε; Με τους ανθρώπους μου. Δε μπορώ να καταλάβω, γιατί πρέπει να τα αλλάξουμε όλα. Εδώ μας έφερε ο χρόνος, εδώ θα παλέψουμε να κρατηθούμε. Εδώ είναι οι αγάπες μας και τα ανθισμένα λουλούδια τους. Εδώ είναι οι δικοί μας και τα χαμόγελά τους. Εδώ είναι οι μνήμες μας και η  νοσταλγία τους. Γιατί να φύγουμε;  Φύγε εσύ πρώτη και ίσως να ακολουθήσουμε; Φύγε εσύ πρώτος και μπορεί να έρθουμε κάποιο βράδυ που δε θα υπάρχει κάποιον τριγύρω να πιούμε μαζί. Στην ανάγκη θα μας πετύχεις πάλι ρε, μη νομίζεις…

Δε παύω να ελπίζω. Να δεις, πώς το έγραψε; Θα έρθει καιρός που θα αλλάξουνε τα πράγματα. Δε παύω να το θυμάμαι και ας μη με λένε Μαρία. Επίσης δε παύω να θυμάμαι το καλοκαίρι του ΄42 και το εκπληκτικό του soundtrack, το σπασμένο ρολόι του Μπέντζυ και πως μύριζε η γλάστρα με το γιασεμί. Ο θάνατος του στρατιώτη έφερε εμπειρίες στη νεότερη γενιά που δε θα σβήσουνε ποτέ. Μαζί θα φύγουμε ρε κουφάλες και δε μας σταματάει τίποτα.

Καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά – σιγά και μπαίνεις. Αυτή η εικόνα δε ξεκολλάει με τίποτα. Χάθηκε ο δρόμος κάπου στη διασταύρωση όμως. Κάτι έγινε και τα μάτια τελικά άλλαξαν χρώμα ενώ τα φανάρια ξεκρεμάστηκαν και μπήκαν σε  καρό βαλίτσες με βελούδινη επένδυση.

Μπορείς να βγάλεις το τσιγκέλι που έχει καρφωθεί στις πλάτες μας και μας σέρνει στο άγνωστο;

Χιλιάδες παιδιά κάτω στον κάμπο, περιμένουν πεινασμένα να μας καταβροχθίσουν. Εμάς τους αστούς. Εμάς τους ξοφλημένους. Εμάς τους προδότες. Κρατάνε στα χέρια τους όπλα και στα δόντια σφίγγουν μαχαίρια δίκοπα. Καραδοκούν για το λάθος. Ξέρεις κάτι; Μαζί τους είμαι. Αν δε μπορούμε να αλλάξουμε το μέλλον ας κάψουμε το παρών με όσο πιο βίαιο τρόπο παραδειγματίζοντας έτσι τους επόμενους. Ίσως να βάλουν μυαλό, ποιος ξέρει;

Στο παλιό σπίτι, η σιδερένια πόρτα τρίζει ακόμη ενώ το σκυλάκι πέθανε από γεράματα. Ο κήπος ρήμαξε και τα περιστέρια πέφτουν νεκρά στη σοφίτα. Στη χώρα που μεγάλωσες τα πράγματα δε διαφέρουν και πολύ. Κάτι μπάτσοι μόνο προσπαθούν να επιβληθούν με τον πιο βίαιο τρόπο προτάσσοντας παράλληλα ιδεολογήματα για ένα κόσμο ελεύθερο και σεξουαλικά υποταγμένο στον κοινωνικό ιστό της μπαλαφάρας και της δωρεάν τηλεοπτικής τσόντας.

Κράτησα κάτι αποκόμματα από παλιές εφημερίδες. Παλιά προγράμματα θεάτρου και σκισμένα περιοδικά. Λέγανε πως είσαι κάπου εκεί, έψαξα αλλά δε σε βρήκα. Μόνο μια φωτογραφία βρήκα μπροστά από το κλειστό μαγέρικο που τρώγαμε κάτι φοιτητικά μεσημέρια. Νύχτα. Χαμόγελα. Λάμψη στα μάτια και σαρανταπεντάρι στη καρδιά. Δε μπορεί, αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν κάποτε.

Αλλοιώθηκαν οι φίλοι μας σα τυριά με ημερομηνία λήξεως. Αργά, μεθοδικά αλλά ουσιαστικά. Μας ρούφηξε το ποτάμι του κόσμου κάνοντάς μας είδωλα του παλιού καθρέφτη. Κάτι πέτρες ξεμείνανε σε σπασμένες τζαμαρίες με δυο-τρεις συγγενείς που ζητάνε να γυρίσουμε πίσω αλλά εμείς γελάμε φτύνοντας στους τάφους τους και στα ξεθωριασμένα νυφικά τους.

Τα γράμματα σου δυο σελίδες, όπως πάντα. Πάλι η ίδια συνταγή! Μου λες στο σπίτι να γυρίσω, μου λες να αλλάξω πια ζωή. Ο Διονύσης γύρισε και με το παραπάνω αν και τώρα στα γεράματα κάτι πάει να σώσει. Εμείς όμως; Θα καταφέρουμε ποτέ να γυρίσουμε στο μηδέν; Ποιός ο λόγος άλλωστε;

Τελικά ξέρεις τι θα μείνει από όλο αυτό; Μια κιθάρα που θα παίζει κάποιο παλιό τραγούδι τα απογεύματα της Παρασκευής, για να έχεις να θυμάσαι, κι αυτή ξεκούρδιστη.

«Αυτά που θέλω να σου πώ δε τα θυμάσαι / κλείνεις τα μάτια μα το ξέρω δε κοιμάσαι…» Ξύπνα λοιπόν πριν γκρεμίσουν ότι χτίσαμε μαζί μέχρι τώρα μετατρέποντάς μας στο ακλόνητό τους άλλοθι που θα τους δικαιώνει για πάντα.

( φώτο : εκδρομείς στη Μάκρη Αλεξανδρούπολης, το 1959)

Advertisements
This entry was posted in Ιαχές, Ιαχες, Κυριάκος Αναστασίου, Κυριακος Αναστασιου and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s