Seul contre tous* – του Κ. Αναστασίου

              seul-contre-tous-520652l Ξυπνάς μαζί με το ραδιόφωνο. Λες και ο διακόπτης της συσκευής έχει μια αόρατη κλωστή δεμένη με τα μάτια σου και ανοίγουν ταυτόχρονα. Ξυπνάς και παίζει μουσική. Στο έξω, δε δίνεις σημασία. Ποτέ δε μας αφορούσε αλλά ούτε και μας γοήτευε ιδιαίτερα.
Τα τελευταία χρόνια κάτι σε έχει πιάσει. Δε μιλάς πολύ, καπνίζεις συνεχώς, μέχρι και τηλεόραση σε έχω πετύχει να χαζεύεις. Κάπου εκεί είπα πως το παιχνίδι χάθηκε. Άλλος ένας δικός μας πέρασε απέναντι. Πάλι λάθος έκανα.
Το δικό μας απέναντι έγινε πια το » εδώ» τους . Πώς τα κατάφεραν πάλι και τα έφεραν όλα ανάποδα;
Το μαχαίρι στα δόντια σου, το πιστόλι στο χέρι, οι σφαίρες καρφωμένες στα κουφώματα. Πυροβολούνε δίχως να τους νοιάζει τί θα πετύχουν. Ίσα να ακούγονται οι ριπές. Αυτό θέλουνε. Φασαρία και φόβο.
– Μας τσακίσανε, σου λέω.
– Παράτα με , μου απαντάς και φεύγεις μαρσάροντας .

            Γυρνάς να βρεις τους φίλους μας και όλοι τους έχουν χαθεί. Κρυφτήκανε σε σπηλιές, χαμένα βιβλία, ντουλάπια φαρμακείων, απομακρυσμένους ορεινούς παράδεισους, γυναικεία εσώρουχα, εξωτικά νησάκια με πολύχρωμα μαγιό, οικογενειακές επιχειρήσεις ( Ο Βασίλης μόνο πέθανε, έτσι πληροφοριακά).
Έπειτα ψάχνεις τις αγάπες σου. Όλες αυτές που χάθηκαν μαζί με τις κίτρινες σελίδες των σημειώσεων, των αποδείξεων του σούπερ- μάρκετ, των παλιών φθαρμένων σου ρούχων, των ξενοίκιαστων παλιών σπιτιών. Τζίφος κι εκεί. Είναι και το ανεκπλήρωτό, βλέπεις ,που σε διαολίζει και σε κάνει να φαίνεσαι γελοίος στα μάτια όλων μας.
Δε θέλει και πολύ. Μόνος εναντίων όλων / Seul contre tous, σαν εκείνο το χασάπη του Noe .Φοράς το κίτρινό σου αδιάβροχο, καβαλάς το ποδήλατό σου και σε χάνουμε. Φαγώθηκαν οι δικοί σου να βάλουμε αγγελία στις τηλεοράσεις και στα ραδιόφωνα πως χάθηκες και τα συναφή. Καταφέραμε και τους αποτρέψαμε. Ξέρουμε πού είσαι και τί κάνεις. Ξέρουμε πώς θα ήθελες να τελειώσει όλο αυτό και ποιός μύθος θα ήθελες να σε συνοδεύσει. Ένα πιστόλι στο χέρι κάποιου δε μπορεί να πει και πολλά. Ένα πιστόλι στο χέρι κάποιου με το δικό σου μυαλό όμως μπορεί να πει χιλιάδες.

Ξέρω πώς είναι να σε εγκαταλείπουν οι μύθοι σου. Όλα όσα πιστέψαμε, όσους κρυφά ή φανερά ακολουθήσαμε και μας έφεραν εδώ, τα τραγούδια που δε ξεχάστηκαν , οι κινηματογραφικοί ήρωες, τα άφθαρτα σενάρια, τα βιβλία και οι φθαρμένες σελίδες τους, οι χαμένοι στόχοι, τα μισοτρελαμένα όνειρα. Φαίνονται τόσο μάταια στα μάτια όλων αυτών που σε αναγκάζουν να ξεχάσεις. – Μη ξεχάσεις ρε συ, δεν αξίζει για αυτούς.

Πάλι θες να μου πεις για την πρώτη σου άνοιξη. Πάλι θα σε ακούσω, χωρίς παράπονα. Θα μου μιλήσεις για τα μακριά σου μαλλιά που ο καρκίνος τα ρούφηξε. Θα μου πεις για ανθισμένα δέντρα που πρώτη φορά γνώρισες. Για τον » Πεχλιβάνη» που όσες φορές και να τον ακούσεις πια, δεν θα είναι ίδιος όπως τότε. Για τις νύχτες που φοβάσαι να κοιμηθείς μήπως δεν ξυπνήσεις. Για το σήμερα που δεν δίνεις δεκάρα. Για το χρόνο που θέλαμε να έχουμε. Για τα όνειρα που διάλεξες να κυνηγήσεις.
Σκέφτομαι πως όλοι τις ίδιες σκέψεις κάνουμε, αλλά τις θάβουμε στην συνήθεια.
Το ξέρεις πως καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά- σιγά και μπαίνεις;

* 1998- Gaspar Noe

Advertisements
This entry was posted in Ιαχές, Ιαχες, Κυριάκος Αναστασίου, Κυριακος Αναστασιου and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s