Ευφροσυνίδης Δημήτρης – ποιήματα

Τώρα πια
Τώρα πια το ξέρω.
Το ξέρω πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξω.
Παρά τους τόσους όρκους μου,
δεν πρόκειται να επέλθει καμία αισθητή αλλαγή
και καλά θα κάνεις να το αποδεχθείς.
Μη δυσανασχετείς.
Δε σου φτάνουν για απόδειξη
τα απελπισμένα μου δάκρυα;
Επιτέλους σώθηκα
Κατανίκησα κάθε μου επιθυμία για ασωτεία.
Παρέμεινα αλύγιστος στο κάλεσμα κάθε ηθικής χωρίς φραγμούς.
Ξερίζωσα κάθε μεράκι απ’ την ψυχή μου.
Επιτέλους σώθηκα !
Κι όμως όλο και πιο πολύ στην αμαρτία και την τρυφή βουλιάζω.
Δέν υπάρχει
Δέν υπάρχει τίποτα το σπουδαίο.
Όλα καταλήγουν σε κάτι που έχει ήδη συμβεί.
Εγώ για παράδειγμα,
έχω διανύσει άπειρα χιλιόμετρα
απο τις τόσες φορές που το έβαλα στα πόδια
και άλλα τόσα απο τις φορές που έκανα πίσω.
Δέν έχω ενοχές.
Απλά σωπαίνω και τα βράδια κοιμάμαι καλά.
Αν τώρα, όπως λές, τα πράγματα γίνουν χειρότερα,
ε, τότε δίνω μια και θα κοιμάμαι καλύτερα.
Κάποιο βράδυ
Κάποιο βράδυ έγραψα φανερά απελπισμένος :
«Τίποτα δε με ευχαριστεί!
Ασφαλώς μου φταίει ο εαυτός μου.
Ίσως αποδέχτηκα τη σαπίλα που σαφώς έχει καταπιεί τα πάντα… »
Τώρα κάθομαι κι αναρωτιέμαι,
(έξω είναι νύχτα βαθια και ατελείωτη) :
Αυτός υπήρξα λοιπόν;
Και εγώ που μ’ είχα για σπουδαίο!
Βρέχει
Βρέχει
και στάζει το κερί,
πάνω σε ό,τι η θύμηση
κουράστηκε να αντέχει.
 
Απόδραση
Έδεσα απ’ το κορμί της χιλιάδες μπαλόνια.
Όχι άλλα φτερά πιά.
Ήξερα πως ήταν σπουδαία στον έρωτα.
Ήταν απλά ένα κορμί που την κρατούσε στη γή.
Κάθε της ίχνος είχε αποδράσει στον ουρανό.
Γαία πυρί μιχθήτω
Πίσω ξανά στη γή των Λαιστρυγόνων.
Με του Αιόλου τον άδειο ασκό στα χέρια.
Προδομένος είμαι πιά,
και είναι τα μάτια σου για μένα
βάσανο πιο μεγάλο
τώρα που αντίκρισαν για λίγο
τα δικά μου μάτια.
Είναι οι ζωές μας
Είναι οι ζωές μας, λέω, καμωμένες
απο σκουριά κι αρμύρα.
Γαλάζιες μοιάζουν κοιμωμένες,
που ‘ναι λουσμένες,
θανάτου μύρα.
Είναι οι φωνές μας, λέω, κι αυτές,
αντένες κομμένες.
Άλλοτε απείθαρχες σα γροθιές ,
άλλοτε πάλι ξένες.
Αγερολάμνουν στις ακτές
όμορφες νυκτωδίες
και το ατέλευτο του χθές,
γλυκοποτίζει τις αυλές
κι ανθούν οι ουτοπίες.
Το παίγνιο
Θυμάσαι τότε που-καθώς ήμασταν παιδιά ακόμα-
πιάναμε και χαλάγαμε έτσι ασύδοτα
-για το κέφι μας και μόνο-
τις φωλιές των μυρμηγκιών;
Ε, λοιπόν αυτό είναι του Θεού το παίγνιο με τους ανθρώπους.
Μόνο που ελπίζω-καθώς τα χρόνια πέρασαν-
να ωρίμασε κι αυτός, να έβαλε μυαλό.
Γελάς;
Advertisements
This entry was posted in Δημητρης Ευφροσυνιδης, Ποιηση, Σπιτι στην Καμαρα. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s