Όταν χαράζει – του Κ. Αναστασίου

p1_2013_7_25_15_12_19_b

        
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας
Το θέμα είναι τώρα τί λες.
Μ. Αναγνωστάκης / 1970

 

Όταν χαράζει τα όνειρά σου αρχίζουν να παίρνουν μια περίεργη τροχιά. Χάνονται κάπου μέσα στο σπίτι και δε μπορείς να τα βρεις με τίποτα. Τρυπώνουν κάτω απο καναπέδες, μέσα σε ντουλάπες και συρτάρια. Περίεργα πράγματα συμβαίνουν λες και θέλουν να σε αφήσουν γυμνό και απροστάτευτο.

Όταν χαράζει μου λες κουράγιο και ας μην υπάρχει στάλα αξιοπρέπειας τριγύρω και μέσα μας.

Όταν χαράζει το μέτωπό μας κερδίζει άλλο ένα σκάψιμο. Τα μάτια βαθαίνουν όλο και πιο πολύ στο κρανίο. Τα νύχια μεγαλώνουν γρήγορα. Τα δόντια γίνονται λεπίδες δίκοπες. Επικίνδυνα πράγματα για ανθρώπους.

Όταν χαράζει η «Kλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κ’ η «Θεοδώρα» ανοίγονται απο τη προκυμαία, μα εσύ δεν έρχεσαι πια κρατώντας τους καφέδες και τα βιβλία σου με τις σημειώσεις. Έρχεται κάτι που σου μοιάζει αλλά δεν είναι το ίδιο.

Όταν χαράζει βλέπω το χαμόγελο του ύπνου σου και το κομπολόι της πλάτης σου να εξαφανίζονται.

Όταν χαράζει και βγαίνεις στο δρόμο, συναντάς συνειδήσεις πεσμένες στην άσφαλτο, περηφάνια κρεμασμένη στις νεραντζιές, όνειρα πεταμένα σε κάδους ανακύκλωσης, παλάμες ανοιχτές να αναζητούν μεταλλικά χάδια. Δε μπορεί, σου ξαναλέω, δεν είναι αυτοί οι δρόμοι που γνωρίσαμε.

Όταν χαράζει κοιτάμε τα ρολόγια καταλαβαίνοντας πως ήρθε η ώρα να μετρήσουμε πάλι σφαίρες, όπλα και κρανία. Όσα μυαλά είναι σε αποσύνθεση δε πιάνονται, όσα χέρια είναι βρώμικα πρέπει να κοπούνε. Οι καιροί απαιτούνε σώματα καθαρά και αμόλυντα, καρδιές γαλάζιες και ουρανούς λευκούς χωρίς συννεφάκια και ονειροπαρμένα πουλιά.

Όταν χαράζει και σηκώνεσαι απο το κρεβάτι, φοβάμαι για τον ύπνο της ζωής. Φοβάμαι γιατί γνωρίζω… Γνωρίζω τα έργα σου, γνωρίζω πως νομίζεις ότι ζεις ενώ κατά βάθος είσαι νεκρή. Ξύπνα λοιπόν όσο είναι ακόμα καιρός για να στηρίξεις αυτά που μας απόμειναν, πριν παν κι αυτά κατά διαόλου.

Όταν χαράζει δε μπορώ να σου κρατήσω κακία. Μια ζωή πάλευες με θηρία. Θέλησες κάποτε κι εσύ να βάλεις το δάχτυλο στο μέλι. Κράτα λίγο ακόμα όμως ρε σύ, πάλεψε τα χρόνια όσο πάει και μη νυστάζεις. Όσο δε καταλαβαίνεις τί γίνεται γύρω σου νυστάζεις περισσότερο.

Όταν χαράζει, λέμε πως θα συνηθίσουμε. Το ξέρουμε όμως καλά πως είναι παγίδα. Αν συνηθίσεις κάηκες και δεν υπάρχει γυρισμός. Όλα γύρω τρέχουν. Πράγματα και άνθρωποι. Τελικά θα σε βάλουν κάποιο καλοκαίρι στο παιχνίδι τους. Θα τρέχεις κι εσύ – να με θυμηθείς- χωρίς να ξέρεις τον λόγο. Έτσι, επειδή το κάνουν και οι άλλοι. Μόνο πρόσεξε, όταν ξεράσεις τα όνειρά σου τράβηξε δυο φορές το καζανάκι για σιγουριά.

Όταν χαράζει, ο δρόμος για τη θάλασσα γίνεται δύσκολος. Τότε είναι που καταλαβαίνεις πως όλα ήταν φάρσα και παγίδες. Οι ταράτσες γεμίζουν ελεύθερους σκοπευτές με δερμάτινους χαρτοφύλακες και γραβάτες προσπαθώντας να μας ρίξουν.
Όταν χαράζει…

Αλλά τα βράδια… Τί όμορφα που μυρίζει η γη…
( Πάλι μας ξεγέλασαν )

( φώτο : La strada- 1954 , Federico Fellini )

Advertisements
This entry was posted in Ιαχές, Κυριάκος Αναστασίου, Κυριακος Αναστασιου, Σπιτι στην Καμαρα and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s