Αφήσαμε το Στέφανο να φύγει (Σεραφείμ Σίγμα)

Ο Στέφανος ήταν ένα παιδί όπως όλα τα άλλα, γεμάτος όνειρα και ενέργεια για ζωή. Δεν ήταν πολλά τα χρόνια που περπατούσε πάνω στη γη και το χαμόγελο, που σπάνια σκορπούσε, στόλιζε το πρόσωπο του τόσο πολύ που, όταν το έβλεπε κανείς, μπορούσε να κρύψει τον ήλιο.

Ξεκίνησε στο διάβα του χρόνου λίγο – πολύ όπως όλοι μας, αθλητικά παπούτσια, ιδρώτα από τη μπάλα και τραγούδια με συντροφιές από κορίτσια στο αλσάκι της Χωράφας.

Είναι αξιοπερίεργο ότι κάθε φορά που σου μιλούσε, ποτέ δεν ένιωθες ότι μιλάει κατευθείαν σε εσένα, πάντα μιλούσε με τον εαυτό σου. Οι υπόλοιποι, όσο και αν δεν θέλαμε να το παραδεχτούμε, ρωτούσαμε πάντα τη γνώμη του, νομίζοντας ότι θα απλώσει πάνω μας λίγη από εκείνη την ανεπιτήδευτη σοφία που έκρυβαν τα λόγια του. Αντίθετα όμως στις προσδοκίες μας ποτέ δεν μας απαντούσε στα σοβαρά, πάντα ήταν σαρκαστικός και κυνικός μέχρι αηδίας. Με αυτό τον τρόπο προσπαθούσε να αποθαρρύνει το συνομιλητή του από το να μάθει πράγματα για τον ίδιο. Είχε ξεφύγει από τον κόσμο της υλικής υπόστασης, των πραγμάτων και ζούσε σε ένα δικό του κόσμο, στον κόσμο των ιδεών και των αντιθέσεων· των αντιθέσεων που τον κρατούσαν ζωηρό να κάνει σχέδια για το μέλλον, των αντιθέσεων που όλοι μας παρεξηγούσαμε και δεν καταλαβαίναμε τί ήθελε πραγματικά να πει.

Δεν είχε ενταχθεί σε καμμία παρέα. Δεν του άρμοζαν οι παρέες. Το μόνο που ήθελε, ήταν σαν αλεξιπτωτιστής να μπαίνει μέσα μας και να βλέπει πως ζουν οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Μετά χανόταν και πάλι.

Με αυτό τον τρόπο, ανάμεσα σε τράκα τσιγάρα, αμπελοφιλοσοφίες, αναλύσεις και κρίματα σε σχέση με τη μουσική, πέρασε την εφηβεία του και μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω πραγματικά μια αυγουστιάτικη βραδυά γύρω στα εικοσιένα, σε μία παραλία, όπου γύρω από τη φωτιά στην άμμο της Ραψάνης βρεθήκαμε να μιλάμε για θέματα από Μπακούνιν μέχρι για τα μήλα των Εσπερίδων.

Μόλις η συντροφιά μας ξεμάκρυνε για να φέρει μπύρες βρήκα την ευκαιρία για να μπορέσω να τον περιεργαστώ καλύτερα.

Δεν με κοιτούσε στα μάτια, παρά μόνο ατένιζε τη θάλασσα που αντιφέγγιζε πάνω της μία θλιβερή φέτα από φεγγάρι, σφυρίζοντας έναν αλλόκοτο σκοπό.

– «Γιατί ρε φίλε δεν μιλάμε ποτέ; Καλά είσαι;», αναφώνησα με αγωνία.

– «Δεν θέλω να μιλήσω ρε Μάκη. Δεν έχω τίποτα να πω.», απάντησε με φωνή τρεμάμενη.

– «Εγώ πάντως μπορώ να ακούσω. Αν θέλεις να μιλήσεις, είμαι εδώ», ανταπάντησα και έτσι βρήκε την ευκαιρία να μου ανοιχτεί.

Για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που τον ήξερα, άργησε να μου διηγείται το τί περνάει, το τί θέλει και τί τον προβληματίζει.

Μέσα σε λιγότερο από τρία λεπτά μου ανέπτυξε ένα υπαρξιακό μανιφέστο, το οποίο ελάχιστα μπορούσα να συμμεριστώ και έκλεισε ως εξής:

«Να σου πω κάτι; Πολλές φορές ο κόσμος με γεμίζει τόσα ερεθίσματα που δεν μπορώ να βγάλω άχνα. Μένω ατάραχος να τον κοιτάζω και μου έρχεται να βάλω τα κλάμματα από την κατάρα της ευαισθησίας που μου έχουν κληρονομήσει. Δεν ξέρω ποιοι αλλά θα ήθελα να τους βρω για να τους την ταΐσω στα μούτρα».

Έπειτα έβγαλε καπνό από τη τσέπη, έστριψε ένα στραβό τσιγάρο και έφυγε από δίπλα μου.

Δεν του είπα τίποτα γιατί ήξερα ότι δεν θα με άκουγε, ήτανε δύσκολο για αυτόνα να μιλήσει. Ήξερα ότι πλέον ήθελε να μείνει μόνος με τις σκέψεις του.

Πήρε την παραλιακή προς την ιχθυόσκαλα και έμεινα αρχικά μόνος, κατόπιν με όλο το συρφετό της παρέας μου, να κοιτάζω τη σιλουέτα του να χάνεται μετά τους μύλους, όπου πλέον στέκει το δικαστικό μέγαρο.

Από εκείνη τη βραδυά δεν είχα νέα του.

Ξεχάστηκα εγώ; Ξεχάστηκε εκείνος; Ποιός ξέρει.

Το όνομα του σπάνια ακουγόταν ανάμεσα στους γνωστούς μας και έμεινε για όλους μία αλλόκοτη, παιδεμένη άναμνηση ενός παιδιού (με όλη τη σημασία της λέξης) που δεν ήξερε να μιλάει, δεν ήξερε να παίζει, παρά μόνο να προκαλεί τα πνεύματα των διπλανών του.

Ασυναίσθητα είχα πιάσει τον εαυτό μου να ψάχνει στα δελτία ειδήσεων και στις δηλώσεις εξαφανισμένων προσώπων, μήπως και ακούσει το όνομα του ή μήπως και διαβάσει μία περιγραφή που να ταιριάζει στα χαρακτηριστικά του· μάταια όμως.

Ο Στέφανος όσο αθόρυβα μπήκε στη ζωή μας, τόσο αθόρυβα μπόρεσε και ξεγλύστρησε από αυτή.

Λίγο πριν μπω στη δεκαετία των τριάντα, κατέβηκα στην Αθήνα για να ξορκίσω τη φυγή της πρώτης νιότης μου. Διασκέδασα, ήπια, κουβέντιασα και γενικότερα προσπάθησα να αποτινάξω από πάνω μου τη στάμπα του νεομεσήλικα.

Ήτανε απογευματάκι και κατηφόριζα με τα πόδια τη Σταδίου. Ο Σεπτέμβρης δεν ήταν φοβερά ζεστός και έτσι μου έκανε εντύπωση, όταν είδα από μακριά μία φυσιογνωμία να στέκει δίχως μπλούζα στο πεζοδρόμιο με προτεταμένο το χέρι.

Άνοιξα το βήμα μου και με εκείνη τη μικροαστική αμηχανία απέναντι στη φτώχια και στην ανέχεια δεν έριξα καν μία ματιά στη σκελετωμένη φιγούρα του πεζοδρομίου, η οποία καλύπτονταν μόνο από τα κόκκαλα που διαφαίνονταν κάτω από το δέρμα της και από τα μακριά μαλλιά της που ακουμπούσαν στη βιτρίνα κάποιου καταστήματος.

Μόλις προσπέρασα η φιγούρα άρχισε να σιγοσφυρίζει.

Όσο και αν άνοιγα το βήμα μου στην ευθεία του δρόμου το σφύριγμα με ακολουθούσε. Ήταν σα να έπαιρνε ρυθμό από τα βήματα μου που αντιλαλούσαν στην ερημιά της πόλης. Ίδρωσα. Ασυναίσθητα στέγνωσε το στόμα μου και δίχως να το καταλάβω το μυαλό μου, συνειρμό στο συνειρμό, αναγνώρισε τη μελωδία του σφυρίγματος.

Ήταν ο Στέφανος ξαπλωμένος εκεί πάνω στις πλάκες.

Για κλάσματα με έπιασε μία γλυκιά ζάλη και ένιωσα, όπως τότε στην παραλία, ανέμελος και με τη θάλασσα στα πόδια μου, έτοιμος να βοηθήσω όποιον έχει ανάγκη.

Η πραγματικότητα όμως με σφαλιάρισε γρήγορα.  Ο ήχος μίας εξάτμισης από ένα μηχανάκι τρύπησε τα αυτιά μου και μόλυνε τις σκέψεις μου. Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος.

Σκούπισα τον ιδρώτα από το μέτωπο μου, συνέφερα τον εαυτό μου με δυο ελαφρά χτυπήματα στα μάγουλα και δίχως δεύτερη σκέψη αποφάσισα να μη γυρίσω.

Είχα καιρό να σκεφτώ εκείνο το απόγευμα, όμως έβαλα στοίχημα με τον εαυτό μου, παρόλου που άφησα το Στέφανο να χαθεί, να μην αφήσω άλλο φίλο μου σβήσει έτσι άδοξα.

Advertisements
This entry was posted in Αφηγημα, Σεραφειμ Σιγμα and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s