Σκοπός Στην Βόρεια Πύλη, Διήγημα του Βασίλη Αναστασίου

5

Πρώτη φορά τέτοιο κρύο.
Ο πιο δύσκολος χειμώνας των τελευταίων χρόνων και έτυχε να πέσει στις πλάτες μου. Κάθε μέρα, όλη τη μέρα σκάβουμε λαγούμια, στο σκληρό σαν πέτρα έδαφος. Οι παλάμες γεμίσανε φουσκάλες και πληγές από το γδαρμένο ξύλο. Το βράδυ, ατέλειωτες σκοπιές στις τέσσερις πύλες. Τα μάτια ανοιχτά και στο στόμα το τσιγάρο, αναμμένο να μην μας πάρει ο ύπνος.
Ακόμη είμαστε στο σκοτάδι, δεν γνωρίζουμε τίποτα, ούτε για τον πόλεμο, ούτε για τον εχθρό.
Ακούγεται όμως πως θα μας χτυπήσουν αυτήν την εβδομάδα και είμαστε όλοι σε επιφυλακή. Η αλήθεια όμως είναι, πως εδώ πέρα στο ΦΧΚ2430, δεν έχουμε μείνει και πολλοί. Σχεδόν όλοι έφυγαν κάτω για τα κεντρικά και πολύ δύσκολα θα έρθουν άλλοι, καινούργιοι, για να μας αντικαταστήσουν. Εμείς όπως δείχνουν τα πράγματα και όπως όλοι φοβόμαστε, θα είμαστε οι τελευταίοι.

Το μικρό φυλάκιο, είναι τρύπιο στην οροφή και συνέχεια στάζει η βροχή στους σκουριασμένους κουβάδες. Μέσα βρωμάει σαν ψόφιο ζώο και είναι αδύνατον να κάτσεις, έστω και για δευτερόλεπτα. Στέκομαι απ’ έξω και κάνω βόλτες μπροστά από την πύλη. Τόσες φορές σε αυτό το κωλομέρος και με τόσο περπάτημα, σίγουρα μέχρι τώρα θα είχα φτάσει ως την Αμερική…
Πάνω στον ιστό, η σημαία έχει ξεθωριάσει από τον ήλιο και έχει μείνει μόνο ένα λευκό πανί, να χορεύει στον δυνατό άνεμο. Έχω αποστηθίσει αυτό το μέρος. Το έχω μάθει με όλο μου το σώμα, με κάθε σκέψη και κάθε βήμα μου. Κυλίστηκα μέσα στους λάκκους του, να βρω τα μυστικά και τις κατάρες του, χάιδεψα τους λερωμένους τοίχους και εκείνοι δάκρυσαν για μένα.
Και είδα…
Τη μοναξιά που έστεκε μέσα μου. Το τέρας που δεν χορταίνει με τίποτα, παρά μόνο με την ψυχή μου και εγώ το ταΐζω, μα δεν θα το αφήσω ποτέ το γαμημένο να με χορτάσει.
Ακούγεται πως αυτήν την εβδομάδα, θα μας χτυπήσουν.
Ρουφάω λίγο από το πηχτό σιρόπι, που μας δώσανε και τα χείλη μου γίνονται ροζ και κολλάνε. Το μαζεύω με την γλώσσα πριν παγώσει.
Υγρασία…
Οι χοντροί, ραγισμένοι φακοί των γυαλιών μου θολώνουν και τα κίτρινα φώτα στο βάθος, φαίνονται ακόμη πιο θαμπά. Σκέφτομαι πως αν μας επιτεθούν, δεν θα μείνει τίποτα όρθιο εδώ πέρα. Θα μας ξετινάξουν κατευθείαν και έτσι όπως είναι ερημιά εδώ, θα κάνουν μήνες για να μας βρούνε, αν μας βρούνε…
Στο βρεγμένο πάτωμα τα αποτυπώματα από τις βαριές πατημασιές μου. Τόσος καιρός πέρασε και ακόμη δεν έχω συνηθίσει τις αρβύλες. Τα πόδια μου έχουν γεμίσει με βαθιές πληγές και με αμέτρητους κάλλους που φυτρώνουν κάθε τόσο στις φτέρνες και στα δάχτυλα…
Έχω παραγγείλει εδώ και ένα μήνα να μου στείλουν μολύβι και χαρτί, για να μπορώ να γράφω και να ζωγραφίζω. Θέλω να φτιάξω ένα παραμύθι, να το διαβάζω τα βράδια και να κοιμάμαι. Θα βάλω μέσα και εκείνη και εμένα και τα παιδιά που κάναμε παλιά παρέα και όλους τους άλλους. Θα βάλω μέσα θάλασσα, ουρανό, δέντρα, πουλιά και ότι άλλο μου έρχεται στο κεφάλι. Συνήθως το φορτηγό με τις προμήθειες, ερχότανε κάθε Δευτέρα, αλλά πλέον έχει πολύ καιρό να φανεί…
Σκέφτομαι καμιά φορά και παρηγορώ τον εαυτό μου, λέγοντας πως, όλα κάποτε θα τελειώσουν και θα γυρίσω πίσω στις όμορφες μέρες μου. Όμως τα πράγματα δείχνουν να μην έχουν τέλος. Χάθηκαν όλα κάτω από τα ψηλά, χρυσαφένια στάρια, που θερίζαμε για τόσο καιρό, για τόσα χρόνια. Τώρα μόνο η σιωπή βασιλεύει τυραννικά σε αυτόν τον τόπο. Βαριά και απόλυτη, σαν διαταγή δυσβάσταχτη, που πρέπει αναγκαστικά να την εκτελέσεις. Κανένας δεν μιλάει, γιατί όλοι φοβούνται. Ο εχθρός είναι ακόμη άγνωστος, κανείς δεν τον έχει δει. Τριγυρνάει όμως ανάμεσά μας, φορώντας τα ίδια ρούχα με εμάς, μιλώντας την ίδια γλώσσα, γελώντας με τα ίδια αστεία. Μπαίνει πονηρά στις παρέες μας και προσπαθεί να βρει λέξεις, κινήσεις, πληροφορίες, ύποπτα σημάδια και στο τέλος να μας στριμώξει, σε ένα μαύρο κατάστιχο, δίπλα σε άλλα φοβισμένα ονόματα.
Όμως αυτήν την εβδομάδα ακούγεται πως θα φανερωθεί. Θα βγάλει την μάσκα του και θα επιτεθεί…

Σύνθημα: Θάλασσα.
Παρασύνθημα: Αέρας.

Από μακριά μια φιγούρα πλησιάζει, αφήνοντας κάθε τόσο στο βάδισμά του, μικρές παγωμένες ανάσες, που αδυνατούν να περάσουν μέσα από την βαριά ατμόσφαιρα και στέκονται εκεί, να απλώνονται σιγά-σιγά, δημιουργώντας ένα διάφανο σεντόνι, πάνω από το πέρασμά του. Είναι η ώρα της αλλαγής. Η καλύτερη ώρα, η ώρα του ύπνου.
– Άντε, καλή ξεκούραση, μου κάνει με ένα βλέμμα που αδυνατούσε να κρύψει την νύστα και την αγανάκτησή του.
– Ευχαριστώ, καλό κουράγιο, είπα κι εγώ και ξεκίνησα για τους κοιτώνες.
Όταν κλείνω τα μάτια μου όλα ξεχνιούνται. Δεν βρίσκομαι πια εδώ και αδιαφορώ για όλα και για όλους. Στα όνειρά μου γίνομαι και κάνω ότι θέλω. Γίνομαι τσιγάρο και κρέμομαι από τα χείλη του Marcello, μπαίνουμε στο μικρό κάμπριο αμάξι του και γυρίζουμε σε όλα τα μαγικά, νυχτερινά μαγαζιά της Ρώμης. Παραγγέλνουμε ουίσκι και κάνουμε πλάκα με τα ρούχα των σερβιτόρων. Κοιτάμε τις χορεύτριες και τις κερνάμε παγωμένη σαμπάνια στο τραπέζι μας. Όποιος δεν ζήσει αυτές τις νύχτες, δεν θα έχει ζήσει τίποτα.
Κάθε βράδυ, βγαίνω με τα κορίτσια που αγαπώ. Με τα κορίτσια που χάθηκαν και δεν τα ξαναβρήκα ποτέ, με εκείνα που κοιτούσαν και περίμεναν να τα μιλήσω, μα εγώ δεν μίλησα ποτέ. Τα φέρνω πίσω κάθε βράδυ και ζω μαζί τους, όλα όσα δεν έζησα. Με έχουν όλες συγχωρήσει και είναι πολύ τρυφερές. Δεν έχουν αλλάξει καθόλου, έχουν ακόμη το ίδιο άρωμα και φοράνε όλες στα χείλη το ίδιο κόκκινο κραγιόν, που πάντα μου άρεζε να γεύομαι. Μου κρατούν όλο το βράδυ το χέρι και μου λένε πως περάσανε όλα αυτά τα χρόνια. Στο τέλος της βραδιάς όταν φτάνουμε μπροστά από το σπίτι τους, χαιρετιόμαστε με ένα φιλί στο στόμα και δίνουμε υπόσχεση, πως δεν θα ξαναχαθούμε και πως όλα από εδώ και εξής, θα είναι όμορφα…

Το δυνατό σάλπισμα της τρομπέτας, μπήκε με αυθάδεια μέσα στο μυαλό μου. Ένα χέρι μου έσφιξε τον ώμο και με κούνησε ελαφρά.
– Έλα, πρέπει να σηκωθείς.
Ήταν ο ψηλός, ο οδηγός μας, ο πιο παλιός εδώ μέσα. Έπρεπε να έχει απολυθεί εδώ και δύο εβδομάδες, μα τον ενημέρωσε ο διοικητής, πως παρουσιάστηκαν κάποια προβλήματα στα χαρτιά του και πως το χαρτί της απόλυσής του, θα καθυστερήσει να έρθει. Βέβαια θα συνεχίσει να υπηρετεί και να συμπεριφέρεται, σαν να μην συμβαίνει τίποτα, αλλιώς θα υποστεί τις κυρώσεις και τις ποινές, που του αναλογούν.
Σηκώθηκα και ντύθηκα γρήγορα να μην κρυώσω. Η σόμπα όλο το βράδυ, έκαψε μόνο δύο κούτσουρα και έτσι ο θάλαμος είναι πολύ παγωμένος. Έριξα δυο σταγόνες στα μάτια και βγήκα έξω για την πρωινή αναφορά. Οχτώ άτομα όλα κι όλα. Μπήκαμε στην σειρά.
Προσοχή…
Ανάπαυση…
Ο λοχαγός μας μίλησε για το σημερινό πρόγραμμα. Έπρεπε σήμερα να σκάψουμε ένα μακρύ λαγούμι, είκοσι μέτρων, δίπλα από την γέφυρα. Μας υπενθύμισε την προσοχή που πρέπει όλοι να δείξουμε αυτές τις μέρες και μας προετοίμασε για την επίθεση που ενδέχεται να δεχτούμε.
– Αυτήν την εβδομάδα, ο εχθρός θα χτυπήσει!
Ένα φως άρχισε να βγαίνει από τα ανατολικά, φωτίζοντας απαλά, τις γυμνές κορυφές των βουνών. Ο ήλιος ξεκινούσε για ακόμη ένα ταξίδι, πάνω από τους έρημους τόπους μας και εμείς τον καλημερίζαμε, με ένα αβέβαιο χαμόγελο.

Είναι λίγος καιρός, που έχω αρχίσει να πιστεύω, πως είμαστε μόνοι μας εδώ, ξεχασμένοι από τους πάντες, στην άκρη της χώρας. Γινόμαστε με τον καιρό, ίδιοι με αυτά τα αρχαία, σκουριασμένα συρματοπλέγματα που ξεσκίζουν δέρματα και γραπώνουν απατηλά όνειρα ελευθερίας. Ίδιοι με αυτά τα θαμμένα, ξεχασμένα ναρκοπέδια, που τινάζουν στον αέρα, αμέριμνους περαστικούς στις ανοιξιάτικες βόλτες τους. Είναι στιγμές που πιστεύω, πως μέχρι και ο εχθρός, μάς έχει ξεχάσει, εδώ και πολύ καιρό…

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s