ΣΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ. Διήγημα του Βασίλη Αναστασίου.

κατάλογος

Στην Ελένη…

Έτσι και αλλιώς, κάθε πρωί τα μάτια ανοίγουν και όση ώρα κι αν του παίρνει για να αναγνωρίσει, στο τέλος τα καταλαβαίνει όλα. Πόσο πικρή, πόσο αβάσταχτη η αλήθεια…

Ξύπνησε πριν ακόμη να ξημερώσει. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και ολόιδιο, γεμάτο με μια βαριά υγρασία που πλάκωνε το κορμί του. Έκανε στην άκρη την κουβέρτα και σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι. Προχώρησε μες το σκοτάδι, μες την ζαλάδα, προς την μικρή κουζίνα. Άναψε με την παλάμη τον διακόπτη, άνοιξε το ντουλάπι και έβγαλε το πήλινο δοχείο που μέσα είχε τον καφέ. Έβαλε δυο κουταλιές στο μπρίκι και μισή ζάχαρη, έβαλε λίγο νερό, άναψε το γκάζι και το άφησε εκεί για να πάρει βράση. Όταν φούσκωσε, το έχυσε στο μικρό φλιτζάνι, εκείνο με τα ζωγραφισμένα, κόκκινα τριαντάφυλλα. Δεν πρόσεξε όμως πολύ και ξεχείλισε. Τύχη, λένε…
Πήρε μια ξύλινη καρέκλα από την τραπεζαρία και την έβαλε μπροστά από την μεγάλη μπαλκονόπορτα. Έξω στον δρόμο, φασαρία. Το απορριμματοφόρο είχε φτάσει στην γειτονιά του. Πάντα την ίδια ώρα. Είχε αναμμένα τα μεγάλα κίτρινα φώτα του και έφεγγε σε όλο το δρόμο. Ήπιε μια κοφτή γουλιά και πήρε μια μεγάλη ανάσα. Την πιο δύσκολη από όλες. Μια καινούργια μέρα ξεκινούσε.
Για εκείνον βέβαια, δεν είχε και πολύ σημασία. Είχε χάσει όλες τις ελπίδες του και ήξερε από καιρό, πως κάθε αίσθημα αισιοδοξίας για κάτι καλύτερο στο μέλλον, ήταν απλώς μια ψευδαίσθηση και μια επιπόλαιη παρόρμηση της στιγμής. Φταίει που τον τελευταίο καιρό, όλα του πήγαν στραβά. Ένα διαζύγιο που αποτέλεσε την ταφόπλακα ενός εφτάχρονου έγγαμου βίου. Δύο μικρά παιδιά που τα βλέπει μια φορά το δίμηνο και κοντεύουν να τον ξεχάσουν. Διατροφές, δεκάδες δάνεια, εκατομμύρια χρέη. Πανικός. Μια καινούργια μέρα ξεκινούσε, μα ήταν αδύνατον να αλλάξει και πολλά…

———————————————————————————–
Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκε λεπτό. Έμεινε καθισμένη στην γωνιά, πίσω από τον παλιό καναπέ, με τα χέρια πιασμένα, να αγκαλιάζουν σφιχτά τα γόνατά της και το κεφάλι χαμηλωμένο ανάμεσά τους. Έτσι όπως στεκότανε μικρή, όταν την μάλωναν οι δικοί της ή όταν ήταν στεναχωρημένη. Μέσα στην απόλυτη και τρομακτική ησυχία, ακουγότανε κάθε τόσο η κοφτή και αδύναμη ανάσα της.
Η τελευταία νύχτα πέρασε σαν όλες τις άλλες. Τι θα άλλαζε μήπως, αν έκανε κάτι διαφορετικό; Τόσα χρόνια έτσι τα πέρασε, έτσι έμαθε και έτσι συνέχισε να ζει. Ίσως εάν κατάφερνε κάποτε, να γιατρέψει αυτές τις ανυπόφορες αυπνίες, τα πράγματα να άλλαζαν προς το καλύτερο. Γιατροί, θεραπείες, χάπια, πήγαν όλα χαράμι. Το μόνο που άφησαν πίσω, είναι οι δεκάδες υποσχέσεις και οι κατηγορηματικές διαγνώσεις. Κατάθλιψη, μελαγχολία, ανίατη περίπτωση…
Εκείνη δεν τους έδωσε ποτέ σημασία, ήξερε από πρώτο χέρι τι πράγμα την βάραινε και ήξερε πως δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει και να το νικήσει. Το άφηνε να ζει μέσα της, το τάιζε με φόβο και το έντυνε με τις αγωνίες της.
Ξέφυγε από τον κόσμο, δεν της άφησε περιθώριο να σταθεί. Έφτιαξε έναν άλλο, τον δικό της, μα και εκεί κατάφεραν να την ανακαλύψουν. Έδωσαν μια κλωτσιά στην πόρτα και την έσπασα, μπήκαν μέσα φωνάζοντας και βρίζοντας. Κρατούσαν ρόπαλα στα χέρια και χτυπούσανε παντού. Την πιάσανε. Κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία. Είπανε λέει, πως αδιαφόρησε για όλους και αποφάσισε να ζήσει για αυτήν. Κρίθηκε ένοχη και την τιμώρησαν να γυρίσει πίσω…

———————————————————————————–
Ο ουρανός από τα ανατολικά είχε αρχίσει να φωτίζεται. Απέναντι στο μικρό πάρκο, ένα απαλό στρώμα πάχνης, είχε καλύψει το δροσερό χορτάρι. Τα πρώτα αμάξια άρχισαν να περνάνε, έχοντας ακόμη τα φώτα τους αναμμένα. Ήπιε την τελευταία γουλιά και πήγε προς το μπάνιο. Άφησε την βρύση να τρέχει, μέχρι να έρθει το ζεστό νερό και να γεμίσει τον νιπτήρα. Έπλυνε το πρόσωπό του, ετοίμασε μια καλή σαπουνάδα και γέμισε με αυτήν τα μάγουλά του. Πήρε το ξυραφάκι και ξεκίνησε.
Ξέπλυνε το πρόσωπό του και βγήκε από μπάνιο. Έβαλε το καφέ κοτλέ παντελόνι του, ένα μαύρο πουλόβερ και έριξε από πάνω το μακρύ, μαύρο παλτό του. Φόρεσε παπούτσια και βγαίνοντας προς την πόρτα, πήρε μαζί του και την δερμάτινη τσάντα του, που είχε μείνει στο ίδιο σημείο, εκεί που την άφησε χθες. Κατέβηκε από τις σκάλες, αν και έμενε στον τέταρτο όροφο, γιατί μέσα στο ασανσέρ τον έπιανε ένας κλειστοφοβικός πανικός, που τον έκανε να ιδρώνει και να καρδιοχτυπά. Έφτασε στο ισόγειο, κοίταξε στο γαλάζιο κιβώτιο της αλληλογραφίας, στον αριθμό εννέα, αλλά ήταν άδειος.
Άνοιξε την κεντρική πόρτα και βγήκε έξω στον δρόμο. Το πρωινό αγέρι έπεσε απότομα πάνω του και ένα τρέμουλο απλώθηκε σε όλο του το σώμα. Σήκωσε τον γιακά και κούμπωσε τα κουμπιά από το παλτό του. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου, έσπαζαν τον ασφυκτικό κλοιό των νεφών και έφταναν στην πόλη, φωτίζοντας κάθε μικρή και μεγάλη γωνιά. Ο δρόμος της γειτονιάς ήταν όπως κάθε πρωί, ήσυχος και μελαγχολικός. Τα πρώτα παράθυρα άνοιγαν με δυσκολία και αγουροξυπνημένα πρόσωπα, ψιθύριζαν τις πρώτες, αμήχανες καλημέρες.
Έκανε δεξιά και βρέθηκε στον μεγάλο δρόμο, που οδηγούσε στο κέντρο. Η πρώτη, κρύα επαφή με την πραγματικότητα. Αμάξια πηγαινοέρχονταν, φανάρια, βιαστικές προσπεράσεις, βρισιές, κορναρίσματα, φασαρία. Η μυρωδιά της βενζίνης, κολλάει πάνω σου. Καυσαέριο μπαίνει μες τα ρουθούνια σου και σε ξυπνάει μια και καλή. Η καρδιά του κτήνους χτυπάει σε τρελό ρυθμό και σε αυτόν τον ρυθμό θα χορέψουν όλοι και σήμερα.
Ο φόβος αρχίζει και πάλι να τον κυριεύει. Φοβάται τους πάντες, μα συνεχίζει να κρατιέται ανάμεσά τους. Κρατάει χαμηλά το κεφάλι και κατευθύνεται προς την στάση. Όλο το πεζοδρόμιο έχει καταληφθεί από τους πρωινούς επιβάτες. Δεκάδες, στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, προσπαθούν να πάρουν καλύτερη θέση, στην μακριά ουρά που έχει στηθεί κατά μήκος του δρόμου. Άντρες, γυναίκες, ηλικιωμένοι, εργάτες, μαθητές, υπάλληλοι, διευθυντές, έχουν γίνει όλοι ένα, μέσα σε ένα αλλόκοτο κουβάρι.
– Τι γίνεται; Ρωτάει κάποιον που στέκει παράμερα.
– Άστα φίλε, έχει απεργία το μετρό.
Στάθηκε για λίγο εκεί και περίμενε. Τα λεωφορεία περνούσανε κάθε τόσο, μα ήταν αδύνατον να καταφέρει να μπει σε κάποιο από αυτά. Τους έβλεπε να στριμώχνονται ο ένας στην πλάτη του αλλουνού, με τα κεφάλια να εξέχουν από τα παράθυρα και του ερχόταν να βάλει τα γέλια. Κρατιέται όμως. Πιο κάτω είχε δημιουργηθεί άλλη μια μεγάλη ουρά, που ήταν για αυτούς που περίμεναν κάποιο ταξί για να τους πάρει. Κατάλαβε πως ήταν αδύνατον να βρει εκείνην την ώρα κάποιο μέσο και αποφάσισε να πάει με τα πόδια. Στο κάτω-κάτω και να αργούσε, κανείς δεν θα του έλεγε τίποτα.

———————————————————————————–
Ο ήλιος πέρασε μέσα από τις γρίλιες και χώθηκε στο σπίτι. Όσο πιο ψηλά ανέβαινε, τόσο περισσότερο χώρο κέρδιζε στο δωμάτιο. Σε λίγα λεπτά, το φως κατάφερε να φτάσει μέχρι τις άκρες των ποδιών της, ανέβηκε αργά ζεσταίνοντας τις γάμπες της, έφτασε στα γόνατά της και μετά από λίγο μπόρεσε να φωτίσει ολόκληρο το κορμί της. Σήκωσε το κεφάλι της και άφησε το φως, να ζεστάνει γλυκά το πρόσωπό της. Ένα χαμόγελο ευχαρίστησης ζωγραφίστηκε στα χείλη της.
Άνοιξε αργά τα μάτια και προσπάθησε με δυσκολία να τα κρατήσει στον ήλιο, μέχρι να συνηθίσουν την απότομη αυτή αλλαγή. Μια ξαφνική ζαλάδα πήγε να της χαλάσει την ισορροπία, μα ήταν ανίσχυρη και πέρασε γρήγορα. Σηκώθηκε όρθια, έτριψε με τις μπουνιές τα μάτια της και στεκόμενη στις μύτες των ποδιών της, τέντωσε με δύναμη τα άκρα της μέχρι να ξεπιαστεί εντελώς και να επανέλθει στην κανονική της κατάσταση.
Η μέρα τελικά, είχε έρθει. Δεν την περίμενε, δεν την ήθελε, αλλά ήταν αναπόφευκτο να συμβεί. Ήταν καιρός να βάλει τα πράγματα στην θέση τους, έπρεπε να δώσει ένα τέλος σε αυτήν την μίζερη, θλιβερή κατάσταση.
Προχώρησε στην κρεβατοκάμαρα. Με τα δάχτυλά της, έσπρωξε ελαφρά τις τιράντες του ροζ νυχτικού της και εκείνο γλίστρησε στις πλάτες της, για να πέσει απαλά στο ξύλινο πάτωμα. Έμεινε γυμνή και ένιωσε πιο ωραία και πιο ελεύθερη από ποτέ. Κάθισε στο μικρό σκαμνάκι, απέναντι από τον καθρέφτη και μπροστά της ήταν απλωμένη μια πανδαισία από χρώματα και αρώματα.
Πρώτα, πήρε ένα μεγάλο, μαύρο πινέλο και το ακούμπησε με προσοχή, πάνω στην απαλή πούδρα. Με μαεστρικές κινήσεις το πέρασε σε όλο το πρόσωπο και χαμηλά στον λαιμό της. Στη συνέχεια, πήρε ένα κόκκινο μολύβι και άρχισε να ζωγραφίζει με ακρίβεια, το εσωτερικό και το περίγραμμα των χειλιών της. Πέρασε μια στρώση μαύρου χρώματος στις μακριές τις βλεφαρίδες και έβαλε και λίγο κοκκινάδι στα μάγουλα. Αυτό ήταν, δεν ήθελε υπερβολές, δεν της ταίριαζαν. Το πρόσωπό της ήταν λευκό και με αυτά τα κατακκόκινα χείλη, έμοιαζε σαν ξεχασμένη φιγούρα από φιλμ νουάρ, που πάνω της συγκέντρωνε όλες τις υποψίες για τους φόνους που πρόκειται να ακολουθήσουν.
Σηκώθηκε και άνοιξε την ντουλάπα. Έριξε μια ματιά κατά μήκος της πολύχρωμης γκαρνταρόμπας και έπειτα τράβηξε από την κρεμάστρα ένα μαύρο μακρύ φόρεμα. Το φόρεσε άνετα, μα δυσκολεύτηκε λίγο να κουμπώσει το φερμουάρ στην πλάτη. Δεν πρέπει να το είχε φορέσει πάνω από τρεις φορές. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και με τα δάχτυλά έστρωσε τα μακριά και ίσια μαλλιά της πίσω από τα αυτιά. Πήρε ένα μικρό μπουκαλάκι και ψέκασε τον λαιμό και τους καρπούς της με ένα απαλό άρωμα που θύμιζε αμύγδαλο και φθινοπωρινούς περιπάτους στην εξοχή. Ήταν πραγματικά πολύ όμορφη…

———————————————————————————–
Πόσο θα ήθελε να χαθεί για μια στιγμή. Να κλείσει τα μάτια του, να φυλακίσει όλες τις εικόνες πίσω από τα βλέφαρα και όταν τα ξανανοίξει, όλα να γίνουν διαφορετικά. Οι δρόμοι, τα κτίρια, οι άνθρωποι, όλα γύρω να αλλάξουν. Να περπατάει για ώρες χωρίς να γνωρίζει κανέναν, να γίνει ένας ξένος μέσα σε μια άγνωστη, καινούργια πόλη, που περιμένει να ανακαλυφθεί. Κάθε γωνιά της, θα κρύβει απρόσμενες, καινούργιες περιπέτειες, σαν και αυτές που μόνο στις ταινίες συμβαίνουν. Σπουδαίοι έρωτες θα γεννιούνται στους δρόμους και όλα τα λάθη, θα είναι ωραία, αποδεκτά, δεν θα κρύβουν δραματικά ναυάγια. Όμορφα λάθη που ίσως να τα καρτεράς ανυπόμονα, μέχρι να τα ξανακάνεις.
Στέκεται για λίγο στην άκρη, κλείνει τα μάτια και προσεύχεται. Μακάρι να ξεχνούσε τα πάντα, μέχρι και το όνομά του. Φως. Όλα είναι ίδια. Άτιμη γυναίκα η μοίρα, περίεργη, τιμωρός. Αυτά που θέλεις να ξεχάσεις, στα φέρνει μπροστά σου κάθε τόσο και τις ωραίες στιγμές, που θέλεις να τις ξαναζήσεις, έστω και για λίγο στην φαντασία σου, τις κάνει να φαίνονται τόσο μακρινές, τόσο ξεθωριασμένες, που μόνο θλίψη σου προκαλούν.

———————————————————————————–
Περπάτησε με γυμνά πόδια πάνω στο παγωμένο δάπεδο. Κατέβασε το πόμολο και βγάζοντας αργά το κεφάλι έριξε μια ματιά στον σκοτεινό διάδρομο. Έκλεισε την πόρτα και τα άφησε όλα πίσω, μια για πάντα. Οι σκάλες ήταν παγωμένες, μα λίγο την ένοιαζε. Ανέβαινε αργά στις μύτες των ποδιών της για να μην κάνει θόρυβο. Περνούσε μπροστά από κλειστές πόρτες, που ποτέ δεν άνοιξαν, ποτέ δεν αντάλλαξαν κάποιο χαμόγελο ή μερικές καθημερινές κουβέντες. Ο καθένας στην πόρτα του. Είχε κηρυχτεί και εδώ, όπως σε κάθε πολυκατοικία ο πόλεμος των κλειστών διαμερισμάτων. Μέσα οι ένοικοι ταμπουρωμένοι, ψάχνουν να βρουν την μικρή αφορμή για να ανάψει το φιτίλι, να λήξει η ανακωχή και να τιναχτούνε όλα στον αέρα.
Ανέβηκε δύο ορόφους. Το κλειδί ήταν πάνω στην πόρτα. Το γύρισε δυο φορές και η πόρτα άνοιξε, πήρε το κλειδί και βγαίνοντας έξω ξανακλείδωσε. Είχε ξημερώσει για τα καλά, ο ήλιος ήταν αδύναμος και δεν μπορούσε να ζεστάνει αυτήν την παγωμένη μέρα. Από κάτω, η πόλη είχε σχεδόν ξυπνήσει και έμπαινε γρήγορα στους ρυθμούς της. Έριξε μια ματιά γύρω της, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, μέχρι τον τελευταίο δρόμο και το τελευταίο κτίριο. Για πρώτη φορά την ένιωσε τόσο δικιά της, την αγάπησε. Κατάλαβα πόσο πολύ μοιάζουν οι δυο τους και την λυπήθηκε. Ήταν και εκείνη τόσο μόνη, τόσο απομονωμένη.
Προχώρησε αργά μέχρι την άκρη, πέρασε πάνω από το σκουριασμένο κάγκελο και στάθηκε στην άκρη. Δεν κοιτούσε κάτω. Ο αέρας είχε παγώσει το σώμα και το αίμα της. Χωρίς σκέψεις, άνοιξε τα χέρια και ένιωσε τις πατούσες της να ξεκολλάνε από το σκληρό έδαφος. Έμεινε για λίγο στις μύτες και άφησε το κορμί ελεύθερο, να κάνει επιτέλους την ελεύθερη πτώση που ζητούσε. Τα μάτια ήταν ανοιχτά και δάκρυζαν από την ορμή, ενώ τα μαλλιά της χόρευαν ελεύθερα στον άνεμο. Για μια στιγμή, της ήρθε να φωνάξει…

———————————————————————————–
Τα βήματά του έδειχναν κουρασμένα, η τσάντα ήταν βαριά και τον έκανε να γέρνει από τα δεξιά. Η φωνή που άκουσε να έρχεται του φάνηκε μαγική, σπαραχτική. Κάπως έτσι θα τραγουδούσαν και οι Σειρήνες, σκέφτηκε. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά. Με μια ματιά, την είδε να έρχεται κατά πάνω του. Έμεινε ακίνητος μην μπορώντας να καταλάβει τι συνέβαινε. Έφτασε ακόμα πιο κοντά του, τώρα μπορούσε καθαρά να διακρίνει όλες τις λεπτομέρειες. Το πρόσωπό της ήταν λευκό και τα χείλια της κατακόκκινα. Τα μαλλιά της χόρευαν με τον άνεμο και αυτή χαμογελούσε, σαν να μην την ένοιαζε τίποτα.
Σε μια ματιά ξέχασε τα πάντα, όλη η μέχρι τώρα ζωή του κύλησε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και αμέσως σβήστηκε, έλιωσε σαν το κερί, στην φωτιά του χρόνου. Σε μια ματιά, την ερωτεύτηκε αθεράπευτα. Το κατάλαβε από την πρώτη στιγμή. Δεν ένιωσε φόβο και δεν νοιάστηκε για τον θάνατο που κρύβει στο πέταγμά της. Είδε στα μάτια την ζωή της και την γιάτρεψε. Την έπιασε από το χέρι και τρέξανε μαζί, μέσα στους ξένους δρόμους αυτής της πόλης, χωρίς να μιλάνε, χωρίς να φτηναίνουν τις στιγμές. Κάνανε έρωτα στις πλατείες, στα σιντριβάνια, στα πράσινα πάρκα. Ο ένας μάθαινε από τον άλλον την ζωή και τους φάνηκε ωραία, όμορφη. Σκεφτήκανε πως δεν είναι ποτέ αργά, για ένα καινούργιο ξεκίνημα. Ζήσανε μαζί ευτυχισμένοι, για χρόνια.
Τόσο κρατάει η ζωή, μια ματιά. Και αυτοί ζήσανε χίλιες στιγμές. Αυτοί που σε μια ματιά, μπόρεσαν να ερωτευτούν ακαριαία.

Ναι, αυτήν την λέξη είπανε και το βράδυ στις ειδήσεις.
Ακαριαία…

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s